Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Δημήτρης Δημητριάδης, «Οι Έλληνες που κυβερνούν τους Έλληνες»

Βλάσης Κανιάρης, Ουρητήρια της Ιστορίας, 1980.

(…)
Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους.
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ,
Το Χρονικό, XVI, 7/10/74

Δεν είναι απαράβατος όρος το να κυβερνώνται οι Έλληνες από Έλληνες. Δεν είναι κριτήριο ανεξαρτησίας, αξιοπρέπειας, υπερηφάνειας, το να είναι Έλληνες αυτοί που κυβερνούν την Ελλάδα. Αρκεί που είναι Έλληνες όσοι βρίσκονται στην εξουσία, για να βρίσκονται στην εξουσία; Αρκεί που είναι Έλληνες αυτοί που διαπράττουν όσα διαπράττουν εναντίον των Ελλήνων, για να τους θεωρούν οι Έλληνες τους μόνους που επιτρέπεται και δικαιούνται να τους κυβερνούν; Ποιοι και τι είναι οι Έλληνες που κυβερνούν τους Έλληνες;

Βλάσης Κανιάρης, Εις δόξαν, 1993, εγκατάσταση, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Μήπως το «Έλληνες» είναι συγκάλυψη, ψευδαίσθηση, αποδεκτό προκάλυμμα για εξαπάτηση, για ψευδολογία, απόκρυψη ανικανότητας, ασημαντότητας, ληστείας, αλητείας, απληστίας, κοροϊδίας, διανοητικής διάλυσης; Ύπουλη απόκρυψη νεποτισμού, προσωπικού κέρδους, ιδιωφελούς διαχείρισης του κοινού συμφέροντος, φαινομενικής μετάλλαξης προκειμένου ο σκληρός πυρήν να παραμείνει αμετάλλακτος αφού είναι από τη σύστασή του ανεπίδεκτος αλλαγής, άρα προσηλωμένος στο «κόλλημα», καθηλωμένος στο «βλήμα»;

Βλάσης Κανιάρης, Ό, τι θέλει ο λαός, Νέα Υόρκη, Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, 2003.

Και αν συμβαίνει αυτό, γιατί το «Έλληνες» να τα αποκρύπτει και να τα επιτρέπει όλα αυτά, καθιστώντας τα ανεκτά, επιβραβεύοντάς τα μάλιστα με μαζικές επικυρώσεις, διά βοής συγκατανεύσεις, παραληρηματικές εκδηλώσεις εκ μέρους του «κυρίαρχου λαού» ο οποίος με παρόμοιες, εκ βαθέων μάλιστα, συσπειρώσεις και στοχεύσεις μετατρέπεται σε επικίνδυνο στοιχείο, αποκαλύπτεται ανεπαρκής και έτοιμος μόνο για τα χείριστα, αποδεικνύεται δυστυχώς κυρίαρχος της απερισκεψίας του, του ανώριμου θυμικού του, της συγχυσμένης και συσκοτισμένης ιδιοσυγκρασίας του, της ηθελημένης χειραγωγίας του από ό,τι πιο εξόφθαλμα ψευδολόγο, αντι-λαϊκό, παράνομο και εν τέλει εχθρικό το εξουσιάζει, δια της δικής του «ελεύθερης» ψήφου, επιπλέον.

Βλάσης Κανιάρης, Ό,τι θέλει ο λαός, 2003.

Διότι, αυτοί οι Έλληνες είναι οι εχθροί των Ελλήνων. Αυτοί οι Έλληνες είναι η πρώτη γενεσιουργός αιτία των δεινών, των διαβουκολήσεων· αυτοί οι Έλληνες θέλουν και απεργάζονται «το κακό» των Ελλήνων, τη συναινέσει αυτών. Αυτοί είναι οι συνωμότες, η κλίκα, η σπείρα, το κονκλάβιο, η πολιτική νομενκλατούρα, ο ιδεολογικός καρκίνος. Δεν άφησαν τίποτε όρθιο - σκότωσαν ακόμα και τη νεότητα, το ευειδές, το χαμόγελο - (…) Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε; Γιώργος Σεφέρης, ΑΠΟ ΒΛΑΚΕΙΑ, 1968 -· τα κατέστησαν προκαλύμματα πίσω από τα οποία ενεδρεύουν τα φίδια της Μέδουσας, ο καταπέλτης του Σκορπιού, οι κυνόδοντες τού Τέρατος. 

Και οι Έλληνες τους αποδέχονται ασμένως επειδή είναι Έλληνες, κι ας είναι αυτοί αποδεδειγμένα δείγματα αδίστακτων κακοποιών, υστερημένων προσωπικοτήτων, ελλειμματικών ψυχισμών, αδίστακτων μεγαλομανών, παράφρονων αρχομανών. Αρκεί που είναι Έλληνες. 

Μακροχρόνια ψευδαίσθηση περί ελληνικότητας. Μακροχρόνια εξιδανίκευση παντός του ελληνικού. Μακροχρόνια απομύζηση από κηφήνες της ανωτερότητας της Φυλής και της ανακύκλωσης των παραδόσεων. Μακροχρόνια παράκρουση πατέρων του Έθνους περί της γνησιότητας του Γένους και της δήθεν διαστροφής του από τη Δύση. 

Βλάσης Κανιάρης, Το Κουτσό, 1974.

Η Ιστορία, με τις λιγοστές εξαιρέσεις της, τους δακτυλοδείχνει όλους αυτούς σεσημασμένους, σε βεβαρημένη αποξένωση από ολοκαύτωμα του Τώρα. Ανεξαρτησία, αξιοπρέπεια, υπερηφάνεια, δεν είναι εξασφαλισμένες από Έλληνες όταν κυβερνούν Έλληνες. Το ακριβώς αντίθετο έχει επαληθευτεί. Οι Έλληνες έχουν χάσει, με τον πιο ανέντιμο, προσβλητικό, δόλιο τρόπο την ανεξαρτησία τους, την αξιοπρέπειά τους, την υπερηφάνειά τους, με αποκλειστική υπαιτιότητα των Ελλήνων που τους κυβερνούν. Η Ελλάδα, για λόγους ανεξαρτησίας, αξιοπρέπειας, υπερηφάνειας, δεν πρέπει πλέον να κυβερνάται από Έλληνες. Το ελληνικό πολιτικό δέντρο έχει σαπίσει συγκλαδοκορμόρριζα, όπως έγραψε, για άλλα πάθη, ο Ν. Γ. Πεντζίκης. Η Ελλάδα εκπροσωπείται από αυτό το σάπιο δέντρο.

Βλάσης Κανιάρης, Ανάκριση, 1969.

Οι Έλληνες που διεκδικούν την εξουσία στην Ελλάδα, για το μόνο που είναι ικανοί, το μόνο που θέλουν, είναι να διαιωνίσουν το σάπιο δέντρο. Δεν πρέπει, είναι ηθική και ιστορική επιταγή, να μην τους δοθεί ποτέ ξανά αυτή η δυνατότητα. Με Έλληνες στην εξουσία, οι Έλληνες, όλοι οι Έλληνες, είναι υπόδουλοι στους Έλληνες που έχουν την εξουσία επί των Ελλήνων, είναι αναξιοπρεπείς, ταπεινωμένοι, προσβεβλημένοι, εξαπατημένοι, από τους Έλληνες που είναι στην εξουσία επί των Ελλήνων - με την ψήφο των Ελλήνων. Εμετική νομιμότητα. Η νομιμότητα της ανομίας. Η νομιμότητα της παρανομίας.

Πρέπει να απαγορευτεί η πρόσβαση Ελλήνων στην εξουσία επί των Ελλήνων. Πρέπει η Ελλάδα να προστατευτεί από Έλληνες που διεκδικούν και κατέχουν την εξουσία για να την ασκήσουν επί των Ελλήνων. Αυτό πρέπει να είναι το πρώτο άρθρο ενός Νέου Συντάγματος.

Το δεύτερο: αυτοί που διεκδικούν και κατέχουν την εξουσία στην Ελλάδα πρέπει να είναι ξένοι. Ξένοι, κατ' αρχάς, ως προς το σάπιο δέντρο. Κανείς Έλληνας που διεκδικεί και κατέχει την εξουσία στην Ελλάδα δεν είναι ξένος προς το σάπιο δέντρο. Είναι όλοι, εξ ορισμού, καταγωγής και πεποιθήσεως, ντόπιοι, δηλαδή ένα με το συγκλαδοκορμόρριζα, γεννήματα και συντηρητές του σάπιου δέντρου. Είναι δικοί μας, με την έννοια ότι ανήκουν στο σάπιο δέντρο, τρέφουν τη σήψη του και τρέφονται από αυτήν. Ξένοι, επίσης, σε όλα τα άλλα, σε ό,τι τους συνιστά, ξένοι στην ντόπια νοοτροπία, στην ντόπια καταγωγή, στην ντόπια ιδιοσυστασία. Το αναγκαίο είναι πλέον το ξένο, το εξωγενές, όχι το ίδιον, όχι το δικό μας.

Βλάσης Κανιάρης, Boudoir, 1974.

Το δικό μας αποδείχθηκε, και σήμερα πιο ωμά, πιο απροκάλυπτα, πιο καταστροφικά από ποτέ, ιδιοτελές, αρχομανές, ύπουλο, ανίκανο, ανέτοιμο, κατώτερο των περιστάσεων, κατώτερο σε όλα, όχι μόνο επισφαλές, αλλά ολέθριο, ένα μόλυσμα, ένας ανίατος ιός.

Φιλοξενία: είναι η ώρα να αποκτήσει η λέξη το αληθινό της νόημα: αγαπώ το ξένο, αγαπώ τον ξένο, τον δέχομαι, τον υποδέχομαι. Οι νόμοι της φιλοξενίας του Pierre Klossowski επιφύλασσαν για τον ξένο ό,τι πιο πολύτιμο διαθέτουν οι φιλοξενούντες, ό,τι πιο προσφιλές, ό,τι πιο ιερό, τους προσέφεραν το κάλλιστο. Αυτό έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες, τα έδιναν όλα στον ξένο, γιατί τα έπαιρναν όλα από αυτόν. Ολόκληρος ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, όπως και κάθε μεγάλος πολιτισμός, είναι μία διαρκής φιλοξενία. Το ξένο/ο ξένος είναι ο διαμορφωτής της γόνιμης ταυτότητας, αυτός χωρίς τον οποίον η ταυτότητα αποστειρώνεται, οδηγείται σε αδιέξοδα και σε τερατουργήματα.   

Όχι μόνο δεν θα χάσουμε από το ξένο/τον ξένο, όχι μόνο δεν θα υποστούμε ευτελισμό, παραπλάνηση, αλλά είναι το μόνο που θα συνιστούσε υπέρβαση της εντοπιότητας, μετάβαση στο άλλο, και βέβαια δεν θα αποτελούσε, όπως προσπαθώ να το διατυπώσω, υποβιβασμό, ταπείνωση, διότι πρόκειται για εκείνη την ξενοκρατία που φέρει το αντίθετο όλων όσα συνθέτουν την επικράτηση και επιβολή της επαναληπτικής εντόπιας κακοδαιμονίας, τη διαιώνιση ενός μηχανισμού διακυβέρνησης που αναπαράγει τον ολέθριο εαυτό της·  η ξενοκρατία για την οποία μιλώ, δεν είναι φυσικά εκείνη που η εγχώρια Ιστορία κατέγραψε ως «εκμετάλλευση και παρέμβαση των ξένων δυνάμεων»·  πρόκειται γι' αυτό  όπως το γράφει ο William Faulkner στο εισαγωγικό του σημείωμα για το βιβλίο του The Mansion: «…η ζωή είναι κίνηση και η κίνηση είναι αλλαγή, μετατροπή, άρα η μόνη εναλλακτική στην κίνηση είναι η ακινησία, η στασιμότητα, ο θάνατος...».

Ο νοών νοείτω. Και ο παρεξηγών ας το ξανασκεφτεί: δεν είμαι «ξένος πράκτωρ», ούτε «μειοδοτικός» - μήπως είναι κάποιοι που χρησιμοποιούν παρόμοιες εκφράσεις για να κρύψουν ότι είναι αυτοί;

Βλάσης Κανιάρης, Παρατηρητής, 2005. 

Διότι αυτοί οι διεκδικητές και κάτοχοι της διακυβέρνησης των Ελλήνων με το μοναδικό τους επιχείρημα ότι είναι Έλληνες διαπράττουν τα σημερινά μειοδοτικά «κατορθώματα». Ως πότε οι Έλληνες θα ανέχονται Έλληνες να τους κυβερνούν; Ως πότε θα εθελοτυφλούν, θα ανέχονται, θα σύρονται και ως θύματα αλλά και ως δράστες οι ίδιοι ανεπανόρθωτων σφαλμάτων; Ως πότε θα αφήνονται να χειραγωγούνται και να χειροκροτούν τη χειραγώγησή τους; Να υποστηρίζουν πολιτικά εγχειρήματα καταδικασμένα από την Ιστορία τα οποία κυλίστηκαν στην απόλυτη αποτυχία και αυτοκατάργησή τους αφού προηγουμένως  απετέλεσαν μηχανισμούς άτεγκτης θηριωδίας; Ως πότε το «ελληνικό» θα είναι το «ελευθέρας» για κάθε άτιμη πολιτική πράξη; Ως πότε θα είναι η πρόσοψη για κάθε πολιτική ασημαντότητα, για κάθε εγχώρια τερατογένεση;

Δεν μπορεί να επέλθει τερματισμός αυτού του κακουργήματος, με την ανοχή, συνενοχή, του λαού, χωρίς την αφύπνιση αυτού του λαού. Το ίδιο αυτό το κακούργημα, έργο των κυβερνώντων του, ακυρώνει τον λαό όταν αυτός το επικροτεί, όταν ενδίδει, με εφιαλτική προθυμία, στους λαοπλάνους. Ο ένοχος λαός, και ο ελληνικός λαός είναι ένοχος, αξίζει μόνο την παραπλάνησή του. Αξίζει επίσης τη δυσχερέστατη προσγείωσή του, μαζί με τους ανερμάτιστους εξουσιαστές του, στο  Soyez réalistes, demandez le possible.

Διότι το «ξένο» είναι η απεμπόληση των ημετέρων, η καταδίκη των αποπλανητών, η ανάληψη από τον λοιμό, η φαρμακεία του εγκεφαλικού εμφυλίου.

Κι αυτό σημαίνει, και είναι το κίνητρο, η σύνοψη και η κατάληξη όλων των παραπάνω: οι Έλληνες είναι καιρός να κυβερνηθούν από ξένους Έλληνες· να κυβερνηθούν από Έλληνες που είναι ξένοι στους Έλληνες· γιατί υπάρχουν ξένοι που είναι Έλληνες, όπως υπάρχουν, μακάρι να είναι έτσι, Έλληνες που είναι ξένοι.

Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974.

Είναι επείγουσα ανάγκη, είναι ζωτικής σημασίας, οι Έλληνες να κυβερνηθούν από Έλληνες που είναι ξένοι σε ό,τι κάνει τους νυν κυβερνώντες Έλληνες να είναι αυτό που είναι πράγματι, δηλαδή ανθ' Έλληνες, ένα γένος βάρβαρον, ένας συρμός από άξεστους, ανάλγητους σκληροπυρηνικούς - από την κατηγορία αυτή κανείς, απολύτως κανείς, από τους νυν κυβερνώντες δεν εξαιρείται, η εξαίρεσή του θα ήταν αυτο-ακύρωσή του, ή ελιγμός για προσωπική και μόνο επιβίωσή του, το πρώτο και μέγα ζητούμενο της «παράταξής» τους και του «προγράμματός» τους.

Ξένοι/Έλληνες, Έλληνες/ξένοι: το μόνο που έχει απομείνει να ευχηθώ και, ακόμη κι αυτό, να ελπίζω.

Βλάσης Κανιάρης, Tourist, 1974.

Τότε θα έχει νόημα να αναφωνήσουμε ξανά αλλά με άλλο νόημα:

«Ω ξείν', ελθέ, φίλος ημών γαρ εί, καινών φορεύς τής βίου πόλεως».

Ο κ. Δημήτρης Δημητριάδης είναι συγγραφέας.