Franz Marc, The Large Blue Horses, 1911, oil on
canvas, 41.6 × 71.3 inches (Walker Art Center).
Vasily Kandinsky, Cover
of Der Blaue Reiter Almanac, Piper Verlag, Munich, 1912.
Με την καλλιτεχνική «εταιρεία» της Γέφυρας συνδέθηκαν ονόματα, όπως οι Ernst Ludwig Kirchner (1880-1938), Erich Heckel (1883-1970) και Emil Nolde (1867- 1956) μεταξύ άλλων, ενώ με την ομάδα του Γαλάζιου Καβαλάρη δραστηριοποιήθηκαν καλλιτέχνες, όπως οι Wassily Kandinsky (1866-1940), August Macke (1887-1914) και Franz Marc (1880-1916).
Emil
Nolde, The Sinner, 1926 , Oil on
canvas, 86 × 106 cm © Nolde Stiftung Seebüll / Staatliche Museen zu
Berlin, Nationalgalerie / Jörg P. Anders.
Max Pechstein, The Green Sofa, 1910, oil on
canvas, Museum Ludwig, Cologne.
Kees van Dongen, Woman
with Large Hat (Femme au grand
chapeau), 1906, oil on canvas, 100 cm × 81 cm.
Otto Mueller, Two Lovers (Liebespaar), c. 1914, glue paint on plucking, 101.5 x 83.5 cm,
private collection.
Η
ομάδα στην οποία δεν άργησαν να προσχωρήσουν ο Μαξ Πέχσταιν (Max Pechstein), ο
Έμιλ Νόλντε (Emil Nolde), ο Κούνο Αμιέ και ο Γκαλλέν Κάλλελα, κατόρθωσε να
διατηρήσει την ενότητά της ως το 1913 αναπληρώνοντας όσους αποχωρούσαν. Έτσι το
1907 ο Βαν Ντόνγκεν αντικατέστησε τον Νόλντε, το 1908 ο Νόλκεν πήρε τη θέση του
Μπλέυλ και το 1910 έγινε δεκτός ο Όττο Μύλλερ (Otto Mueller). Οι συγκεντρώσεις
γίνονταν αρχικά στο εργαστήριο του Χέκελ, όπου τα μέλη της ομάδας εργάζονταν με
κοινό μοντέλο, κατασκεύαζαν και σκάλιζαν μόνοι τους την επίπλωση, ζωγράφιζαν
τους πίνακες για την διακόσμηση των τοίχων και έγραφαν σε ένα κοινό βιβλίο τις
προσωπικές τους σκέψεις.
Cuno
Amiet, Greti in rotem Kleid, 1907, Öl auf Leinwand, 99x91cm, Kunsthaus Zürich,
© D. Thalmann, Aarau, Switzerland.
Akseli
Gallen-Kallela, Démasquée (1888), oil on canvas, 65.5 x 54.5 cm, Ateneum,
Helsinki. Wikimedia Commons.
Egon Schiele, Self-Portrait with Chinese Lantern Plant,
1912 (Leopold Museum, Vienna).
Με
αυτόν τον τρόπο συμβιώσεως ήθελαν να στηρίξουν την αρχή της ταυτότητας τέχνης
και ζωής, ενώ στον καλλιτεχνικό τομέα η πρόθεσή τους ήταν να φανερώσουν τις
ψυχικές αντιδράσεις του ατόμου απέναντι στην εχθρότητα του περιβάλλοντός του
και να εξωτερικεύσουν το άγχος και τη διαμαρτυρία που προκαλούν τα ηθικά
προβλήματα της υπάρξεως. Για αυτό πλησίασαν τον ταραγμένο συμβολισμό του
Έντβαρντ Μουνχ (Edward Munch), τον αντιπρογραμματικό συνθετισμό του Γκωγκέν,
την ερεθισμένη ειρωνεία του Ένσορ και χρησιμοποίησαν το μη πραγματικό χρώμα των
φωβιστών με το οποίο έδιναν διέξοδο στην ορμή του συναισθηματικού φορτίου.
Αύγουστος
Μάκε, Περίπατος, 1913, Μόναχο,
Lenbachhaus.
Σημαντικό
εκφραστικό στοιχείο των εξπρεσιονιστών ήταν και η γραμμή, πότε περίπλοκη και
καμπύλη όπως των συγχρόνων τους Γάλλων, αλλά έντονη, σαφής και γωνιώδες. Στη
χαρακτική, κυρίως στην ξυλογραφία, η ομάδα Die Brucke άφησε αξιόλογα έργα που
υπερβαίνουν τους ως τότε καθιερωμένους τρόπους της χαρακτικής και διακρίνονται
για τη δυνατή εκφραστικότητά τους. Καθώς η εξπρεσιονιστική τεχνοτροπία απέκλειε
την επέμβαση της λογικής, οι καλλιτέχνες εγκαταλείπονταν στην αμεσότητα της
δημιουργικής παρορμήσεως και διατύπωναν τη συναισθηματική εκτόνωση που
προκαλούσε η σύγκρουσή τους με την πραγματικότητα, με παραμορφώσεις των φυσικών
σχημάτων, που είχαν όμως την ένταση και την αλήθεια της υπαρξιακής συμμετοχής
του καλλιτέχνη.
Όσκαρ Κοκόσκα, Η μνηστή του ανέμου, (1914). Oskar Kokoschka, The Bride of the Wind or The Tempest, oil on canvas, a
self-portrait expressing his love for Alma Mahler, widow of composer Gustav Mahler, 1914.
Γιώργος
Μπουζιάνης, Γυναικεία Μορφή, περ.
1945. Ιδιωτική συλλογή.
Έγκον
Σίλε, Καρδινάλιος και καλόγρια (Χάδι) , 1912, Βιέννη, Leopold Museum.
Στο
ίδιο κλίμα της εκφραστικής ζωγραφικής κατατάσσονται και άλλοι καλλιτέχνες, όπως
ο Κοκόσκα (Oskar Kokoschka), ο Ρουώ, ο Κούμπιν, ο Έρνστ Μπάρλαχ (Ernst Barlach),
ο Μπέκμαν, ο Χόφερ, ο Σουτίν (Chaim Soutine), Έγκον Σίλε (Egon Schiele) και ο
Έλληνας Γεώργιος Μπουζιάνης, ενώ ένα πλήθος άλλων καλλιτεχνών ακολούθησαν την
εξπρεσιονιστική τεχνοτροπία χωρίς να ανήκουν ιδεολογικά στον ιστορικό
εξπρεσιονισμό.
Gabriele
Münter, Portrait of Anna Roslund (Bildnis Anna Roslund), 1917. Oil on
canvas, 37 3/16 × 26 15/16 in. (94.5 × 68.5 cm). Leicester Museums and
Galleries, Purchased from Sotheby’s with the assistance of the National Art
Collections Fund, MGC/V&A Purchase Grant Fund and the Friends of the Museum
Fund, 1991. © 2025 Artists Rights Society (ARS), New York / VG Bild-Kunst,
Bonn. Photo: Reproduced courtesy of Leicester Museums and Galleries.
Franz Marc, Fate of the Animals, 1913, oil on canvas,
195 cm × 268 cm, Kunstmuseum Basel, Basel.
Η
τέχνη της ομάδας Die Brucke, πρέπει να διαχωριστεί και από την τέχνη της άλλης
γερμανικής ομάδας Der Blaue Reiter (Ο Γαλάζιος Καβαλάρης) που ίδρυσαν
στο Μόναχο το 1911 ο Αλεξέι Τζωλένσκι, ο Βασίλι Καντίνσκι (Wassily Kandinsky),
ο Φραντς Μαρκ (Franz Marc), ο Άουγκουστ Μάκε (August Macke), η Γκαμπριέλλα
Μύντερ (Gabriele Münter) και άλλοι. Οι φιλικές σχέσεις των δύο ομάδων
βασίζονταν περισσότερο στη γενική πρωτοποριακή επιχειρηματολογία, παρά στην
ταυτότητα των απόψεων. Η ομάδα Die Brucke έχει ως αρχή την κοινωνική
διαμαρτυρία και ένα ψυχολογικό υπόβαθρο πάντοτε ευδιάκριτο, ενώ η ομάδα Der
Blaue Reiter ξεκινά από καθολικότατες, μεταφυσικές αρχές και αποβλέπει σε μια
ριζική ανανέωση των εκφραστικών τρόπων, θεμελιώνει στην πίστη της υπαρξιακής
συνοχής ανθρώπου και σύμπαντος.
Franz Marc, Knabe mit Lamm; Der gute Hirte, Young Boy with
a Lamb; The Good Shepherd (1911),
Solomon R. Guggenheim Museum, New York.
Alexej von Jawlensky, Mädchen mit Pfingstrosen (Young Girl with Peonies), 1909.
Gabriele
Münter, “Head of a Young Girl,” 1908. With her bold contrasts of pink and
red, she channeled the influence of Fauvism. Credit: Artists Rights Society
(ARS), New York/VG Bild — Kunst, Bonn; via Des Moines Art Center and Solomon R.
Guggenheim.
Ο
«Γαλάζιος Καβαλάρης», είναι ο δεύτερος πόλος του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Δεν
είχε τη συνοχή, το αυστηρό πρόγραμμα κοινής εργασίας, την πρόθεση κοινωνικής
αναμόρφωσης, την τάση για πρόκληση του κοινού και την εθνικιστική προοπτική της
Γέφυρας. Ήταν μια ανεπίσημη εταιρία προικισμένων ατόμων που πίστευαν στον
ελεύθερο πειραματισμό και αναζητούσαν ευκαιρίες για να εκθέσουν τα έργα τους, ο
προσανατολισμός ήταν πνευματικός. Προσπαθούσαν να δείξουν ότι η περιοχή της
τέχνης είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη της φύσης και ότι η φόρμα
καθορίζεται αποκλειστικά από τα εσωτερικά ψυχικά κίνητρα του καλλιτέχνη. Οι
ιδέες τους δεν ήταν επαναστατικές και δεν αποσκοπούσαν στην κοινωνική κριτική.
Τα μέλη του Γαλάζιου Καβαλάρη ήταν θεωρητικοί, τοποθέτησαν το νόμο πάνω από το
υποκειμενικό αίσθημα και στάθηκαν πιο κοντά στο πνεύμα του Ρομαντισμού. Κάνοντας
φορέα πνευματικών και ψυχικών ωθήσεων το χρώμα και τη φόρμα, έφτασαν σε ένα
είδος μεταφυσικού ιδεαλισμού.

Ρομπέρ
Ντελωναί, Γυναίκα με ομπρέλλα, 1913,
Μαδρίτη, Μουσείο Thyssen-Bornemisza.
Έτσι
ενώ οι καλλιτέχνες της Δρέσδης προβάλλουν το αρχέγονο και αχαλίνωτο ένστικτο
και τη σκοτεινή, τραγική μοίρα που απειλεί τον άνθρωπο και για να τα
παραστήσουν εισάγουν την ελεύθερη, σπασμωδική αλλά εκφραστική γραφή, οι
καλλιτέχνες του Μονάχου προτείνουν μια εσωτερική, συμβολική διατύπωση σχεδόν
μυστικιστική και καθόλου συνταρακτική, που επιδιώκει την ύψιστη εκστατική
αφαίρεση. Στην ουσία η ομάδα Der Blaue Reiter δεν συνδέεται τόσο με τον
εξπρεσιονισμό, όσο με τον κυβισμό κυρίως με τον Ντελωναί, και αποτελεί κατά
κάποιο τρόπο την εξέλιξή του. Για αυτούς τους λόγους ο εξπρεσιονισμός πρέπει να
εννοείται μόνο ως ένας ιδιαίτερος τρόπος συναισθήσεως, που χλευάζει και
καταστρέφει κάθε εξιδανίκευση, παραμορφώνει την πραγματικότητα και την
παρουσιάζει με την πιο δυσάρεστη και αποκρουστική όψη της, εκδηλώνοντας με
βαναυσότητα την αντίδρασή του. Στα τελευταία χρόνια, διάφορες καλλιτεχνικές
ομάδες συνδεδεμένες με την άμορφη τέχνη επανήλθαν σε ορισμένα εκφραστικά
αιτήματα του εξπρεσιονισμού και δημιούργησαν τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό.

Γιώργος
Μπουζιάνης, Ξαπλωμένη γυναίκα, 1930.
Ο
εξπρεσιονισμός ξεκίνησε με την ίδρυση των ομάδων της Γέφυρας στη Δρέσδη (1905)
και του Γαλάζιου Καβαλάρη στο Μόναχο (1911). Η πρώτη ήθελε να ρίξει μια γέφυρα
στο μέλλον ξεριζώνοντας βίαια κάθε καλλιτεχνική και κοινωνική συμβατικότητα. Η
δεύτερη διερεύνησε τους τρόπους που οδήγησαν στην αφηρημένη τέχνη. Τα μέλη της
είδαν στον πόλεμο τη δυνατότητα δημιουργίας μιας νέας τάξης πραγμάτων, αλλά τα
γεγονότα συνέτριψαν τις ελπίδες τους. Αμέσως μετά τον πόλεμο και με την
επανάσταση στη Ρωσία, πίστεψαν πως μόνο η τέχνη ήταν σε θέση να κάνει τον
αιμοβόρο κόσμο πιο ανθρώπινο.
Βιβλιογραφία:
E.H.
Gombrich, 1998, «Το χρονικό της Τέχνης», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
Εγκυκλοπαίδεια
έγχρωμη «ΔΟΜΗ», Όλες οι γνώσεις για όλους, Τόμος 6ος 1975, Εκδόσεις «ΔΟΜΗ»
Αθήναι.
Εγκυκλοπαίδεια
έγχρωμη «ΔΟΜΗ», Όλες οι γνώσεις για όλους, Τόμος 10ος 1975, Εκδόσεις «ΔΟΜΗ»
Αθήναι.
Άλκης
Χαραλαμπίδης, 1993, «Η Τέχνη του Εικοστού Αιώνα», Τόμος 1ος, Εκδόσεις
Επιστημονικών Βιβλίων και Περιοδικών.
Πηγές:
https://www.artmag.gr/art-history/art-history/item/1099-expressionism?tmpl=component&print=1
- https://smarthistory.org/expressionism-intro/