Ο Έλιοτ Έρβιτ είναι μια μοναδική προσωπικότητα στο φωτογραφικό τοπίο του εικοστού αιώνα και του εικοστού πρώτου αιώνα. Η ικανότητά του να συμπυκνώνει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης κατάστασης σε μια ενιαία εικόνα, συχνά με μια δόση ειρωνείας ή χιούμορ, τον ξεχωρίζει από τους συγχρόνους του. Elliott Erwitt is a singular figure in the photographic landscape of the twentieth century and into the twenty first century. His knack for condensing the complexity of the human condition into a single image, often with a twist of irony or humor, sets him apart from his contemporaries.
Born
in Paris in nineteen twenty eight during a family stay in Europe, Erwitt grew
up with a sensitivity to irony and the absurd shaped by the historical
circumstances of his youth. The son of Russian Jewish parents, his family fled
Europe before the Second World War and settled in the United States. That blend
of European roots and an upbringing in the melting pot of New York forged in
Erwitt a cosmopolitan vision aware of human contradictions, one that could find
humor in situations that might otherwise seem banal.
Ο Elliott Erwitt, οι φωτογραφίες του οποίου πολύ συχνά χάριζαν πλατιά χαμόγελα στους θεατές –ακόμη κι αν δεν ήξεραν τον δημιουργό τους- άφησε τη τελευταία του πνοή σε ηλικία 95 ετών τη Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023. Ευρωπαίος εβραϊκής καταγωγής, που κατέληξε στο Λος Άντζελες μετά από μια νομαδική εφηβεία ακολουθώντας τους γονείς του, o Elliott Erwitt γεννήθηκε ως Elio Romano Erwitz στο Παρίσι στις 26 Ιουλίου 1928. «Romano, γιατί ο πατέρας μου είχε σπουδάσει κάποτε στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης και του άρεσε». Η μητέρα του, Eugenia, καταγόταν από μια οικογένεια πλούσιων εμπόρων της Μόσχας που, «όπως όλα τα καλά κορίτσια από τέτοιες οικογένειες, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο από την ηλικία των 18 ετών για να αποκτήσει εμπειρίες». Στη διάρκεια των περιπλανήσεων της, γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Boris Erwitz, έναν φοιτητή αρχιτεκτονικής με καταγωγή από την Οδησσό και λίγο αργότερα παντρεύτηκαν στην Τεργέστη. Μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917, η Eugenia έπεισε έναν απρόθυμο Boris, ο οποίος ήταν και θα παρέμενε αφοσιωμένος σοσιαλιστής, να εγκαταλείψουν οριστικά τη Ρωσία, πηγαίνοντας πρώτα στη Ρώμη και στη συνέχεια μετακομίζοντας στο Παρίσι.
Από τις πρώτες του μέρες ως ανεξάρτητος φωτογράφος τη δεκαετία του '50, ο Erwitt εντάχθηκε στο πρακτορείο Magnum Photos και βρήκε το ιδανικό περιβάλλον για να αναπτύξει το ξεχωριστό του στυλ. Η δουλειά του είναι, στην ουσία της, ένα πείραμα στο συνηθισμένο: δρόμοι, πάρκα, ξενοδοχεία, αποβάθρες τρένων. Αυτή η επιλογή καθημερινών σκηνικών δεν είναι τυχαία. Εγκαταλείποντας μεγαλοπρεπείς σκηνές ή διάσημες προσωπικότητες, ο Erwitt βασίζεται στη δύναμη απλών ανεκδότων για να εκφράσει σύνθετες ιδέες. From his early days as a freelance photographer in the nineteen fifties, Erwitt joined the Magnum Photos agency and found the ideal environment to develop his distinctive style. His work is, at its core, an experiment in the ordinary: streets, parks, hotels, train platforms. That selection of everyday settings is not accidental. By forsaking grand scenes or famous personalities, Erwitt relies on the power of simple anecdote to express complex ideas.
Μετά τη γέννηση του μωρού, εγκαταστάθηκαν στο Μιλάνο, όπου παρέμειναν για τα επόμενα 10 χρόνια και όπου ο μικρός Elio ξεκίνησε το σχολείο. «Όταν ήμουν τεσσάρων ετών οι γονείς μου χώρισαν στο Μιλάνο κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, για να το θέσω όσο πιο ήπια γίνεται», λέει. Η άνοδος του φασισμού στην Ευρώπη, επανένωσε προσωρινά την οικογένεια Erwitz και όλοι μαζί μετακόμισαν πρώτα στη Γαλλία και μετά, τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στις Ηνωμένες Πολιτείες: «Στην πραγματικότητα φύγαμε την 1η Σεπτεμβρίου και ο πόλεμος ξεκίνησε στις 3», θυμάται. «Ήταν το τελευταίο καράβι που έφυγε».
When viewers look
at an Erwitt photograph, they feel as if they have witnessed a unique, almost
clandestine moment in which a truth about human nature is revealed. His humor, far from being loud or brash, is
subtle yet it intensifies reflection rather than dampening it. Through his
lens, a pair of dogs that look as though they are having a private argument, a
solitary man in a trench coat seated on a bench, a child crying beside an
oblivious tourist all converge in a consistent aesthetic and ethical stance.
Όταν έφτασε στην Αμερική, ο Elliott Erwitt, όπως θα ονομαζόταν πλέον, δεν μιλούσε καθόλου αγγλικά, αλλά γράφτηκε σε Δημόσιο Σχολείο στη Νέα Υόρκη και αφέθηκε να τα βγάλει πέρα μόνος του. Παρά τα προφανή εμπόδια, κατάφερε να αποφοιτήσει, αν και βαριόταν αρκετά στα μαθήματα και κατέφευγε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης για να μελετήσει τον Πικάσο και τον Μαγκρίτ. Τις περισσότερες φορές, ζούσε με τον πατέρα του και επισκεπτόταν τη μητέρα του τα Σαββατοκύριακα. Η ήδη προβληματική σχέση των γονιών πολύ γρήγορα διαταράχτηκε οριστικά και ο Elliott ξεριζώθηκε για μια ακόμη φορά, ακολουθώντας τον πατέρα στη Καλιφόρνια. Οδηγώντας σε όλη τη διαδρομή, πουλούσαν ρολόγια χειρός στις μικρές πόλεις απ’ όπου περνούσαν για να επιβιώσουν και τελικά έφτασαν στο Λος Άντζελες το καλοκαίρι του 1941, όπου εγκαταστάθηκαν σε ένα λιτό σπίτι στο Χόλυγουντ. Εκεί ήταν που ο Elliott ασχολήθηκε «κατά λάθος» με τη φωτογραφία. Εντυπωσιασμένος περισσότερο από την αστραφτερή της εμφάνιση, παρά από την ικανότητά της να βγάζει φωτογραφίες, αγόρασε μια επιχρωμιωμένη κάμερα Argos. Ωστόσο, σύντομα γοητεύτηκε και μετέτρεψε το πλυσταριό του σε σκοτεινό θάλαμο. Αργότερα, με χρήματα που συγκέντρωσε πουλώντας τα ρολόγια του Boris, ο Elliott αναβάθμισε τον εξοπλισμό του, αγοράζοντας σε μια Rolleiflex, την πρώτη του «πραγματική» φωτογραφική μηχανή. Τα πρώτα θέματα που άρχισε να τραβάει ήταν οι άνθρωποι που βρήκε γύρω του - γείτονες, πεζοί στο δρόμο, σέρφερ στην παραλία. Ωστόσο, από την αρχή, μοίρασε τον χρόνο του ανάμεσα στο να τραβά τις «δικές του» φωτογραφίες και σε αυτές που του εξασφάλιζαν τα προς το ζην: γάμους και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, καθώς και εκτυπώσεις φωτογραφιών με αστέρια του κινηματογράφου.
Η
καριέρα του έχει διαρκέσει 70 χρόνια και έχει δει μερικές από τις πιο
αξιοσημείωτες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας. Αφήνει τις φωτογραφίες του να
μιλήσουν. Ο Eliott Erwitt έχει τραβήξει τον John F. Kennedy στον Λευκό Οίκο,
τον Fidel Castro στην Κούβα και τον Richard Nixon στη Μόσχα. Έχει φωτογραφίσει
αστέρια του Χόλλυγουντ, όπως Marilyn Monroe, σε παρασκήνια τη Marlene Dietrich,
Humphrey Bogart, Grace Kelly.
Έχει
φωτογραφίσει τα πάντα, από αίθουσες διδασκαλίας έως δρόμους και
σιδηροδρομικούς σταθμούς, αποδεικνύοντας ότι το διάσημο ρητό του είναι
αλήθεια: «Τα καλύτερα πράγματα συμβαίνουν όταν τυχαίνει να βρίσκεσαι κάπου
με κάμερα».
Αυτό
που τον διακρίνει είναι η παιχνιδιάρικη προσέγγιση στη φωτογραφία, φέρνοντας
την αίσθηση της περιπέτειας και του αυθορμητισμού, αλλά έχοντας παράλληλα μια
έφεση στο μπανάλ και το κιτς.
Όταν
ρωτήθηκε τι του αρέσει περισσότερο για τη ζωή αυτή τη στιγμή, ο Erwitt απάντησε
ως σήμα κατατεθέν με μία λέξη: «Άνθρωποι» … κενό σιωπής … “Ανθρωποι.” …
Περισσότερη σιωπή… «Και τα σκυλιά», προσέθεσε.
Στα
21 του αποδεικνύει ότι ξέρει να κινείται, να γνωρίζει και συναναστρέφεται με τα
κατάλληλα πρόσωπα. Η γνωριμία του με τον Robert Capa και τον Edward
Steichen, στους οποίους έδειξε το χαρτοφυλάκιο του, τον οδήγησε στην πρώτη του
εμπορική ανάθεση από τον Roy Stryker (τον πρώην Διευθυντή του Farm
Security Administration) στο Πίτσμπουργκ για λογαριασμό του Ιδρύματος Mellon,
κάτι που οδήγησε σε ένα από τα πρώτα του μεγάλα φωτογραφικά δοκίμια. Αυτή ήταν
μια κρίσιμη καμπή στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του Erwitt, καθώς στη συνέχεια
η καριέρα του επιταχύνθηκε. Επίσης, στο Πίτσμπουργκ, στη λιγότερο φανταχτερή
πλευρά της αμερικανικής κοινωνίας, άναψε μια ανθρωπιστική σπίθα στο βλέμμα του
Elliott, που τον ακολουθεί σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Από τις πρώτες
φωτογραφίες του μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα καταπληκτικό, φυσικό ταλέντο που
θα εξελιχθεί αργότερα σ’ ένα στυλ, το δικό του, αδιαμφισβήτητο στυλ, που
γεννιέται από μια έμφυτη ικανότητα να συλλαμβάνει αστραπιαία το ασυνήθιστο στην
καθημερινότητα. Μερικές φορές πρόκειται για την ικανότητα του να μπορεί να
διακρίνει μια χειρονομία ή ένα βλέμμα, αλλά μερικές φορές πρόκειται για
διαίσθηση, να προβλέπει την εξέλιξη μιας δράσης που μπορεί να μεταμορφωθεί σε
μια ιδιόμορφη, αστεία ή συγκινητική κατάσταση. Ξέρει να μεταφράζει σε εικόνες
τον εύθυμο χαρακτήρα του, πάντοτε έτοιμος να χαμογελάσει, με την λεπτή του
ειρωνεία, την αίσθηση του χιούμορ, την ευχαρίστησή του για το παράδοξο, την
τρυφερότητά του.
Το 1964, ο Erwitt βρισκόταν για ένα ρεπορτάζ σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό στη Βουδαπέστη. Φωτογράφιζε τους ταξιδιώτες που έφευγαν. Αυτό δεν τον εμπόδισε βέβαια να τραβήξει και το δικό του αυτοπορτρέτο, που καθρεφτίζεται στο παράθυρο του τρένου, ενώ ταυτόχρονα περιλαμβάνει στο κάδρο του και μια κυρία που αναχωρεί, αποφεύγοντας συνειδητά ή ασυνείδητα το βλέμμα του.
Όμως η καλύτερη
στιγμή του είναι όταν το τρένο έχει ήδη ξεκινήσει να απομακρύνεται και ο πόνος
του χωρισμού σχηματίζει μια τρυφερή απόγνωση σ’ αυτούς που μένουν πίσω και
αποχαιρετούν τους δικούς τους ανθρώπους αναρωτώμενοι πότε θα τους ξαναδούν.
Με
το ξέσπασμα του πολέμου της Κορέας, ο Erwitt επιστρατεύτηκε ως πυροβολητής
αντιαεροπορικών. «Οι μισοί από τους νεαρούς άνδρες που εντάχθηκαν ως
πυροβολητές δεν γύρισαν ποτέ πίσω στο σπίτι τους», λέει. Λόγω όμως της
εμπειρίας του μεταφέρθηκε στην Ευρώπη ως βοηθός φωτογράφου στο US Army Signal
Corps, σε μια μονάδα με έδρα τη Γαλλία. Εκεί τράβηξε τις δικές του φωτογραφίες
από την μάλλον βαρετή ζωή του στρατώνα, με τις οποίες συμμετείχε σε διαγωνισμό
του περιοδικού Life για νέους φωτογράφους, με τον τίτλο «Κρεβάτι
και πλήξη». Σε πλήρη αντίθεση με τη συνηθισμένη έμφαση στο αίμα της πολεμικής
φωτογραφίας, ο Erwitt έδειξε στρατιώτες να χαλαρώνουν, προσπαθώντας να περάσουν
τον χρόνο της θητείας του και κέρδισε το δεύτερο βραβείο και ένα χρηματικό
έπαθλο 2.500 δολαρίων. Με την επιταγή των 2.500 δολαρίων («αστρονομικό ποσό
εκείνη την εποχή»), ο Erwitt αγόρασε ένα αυτοκίνητο και του έδωσε το
παρατσούκλι «Σε ευχαριστώ, Henry», από τον εκδότη της Time-Life, Henry
Luce. Το αντιηρωικό και το παράξενο είχαν ήδη γίνει μοτίβα της φωτογραφικής
υπογραφής του.
Στην
εμβληματική αυτή φωτογραφία του Ewritt, που έμεινε στην ιστορία ως «The
Kitchen Debate», ξαναβρίσκουμε τα δύο βασικά στοιχεία του δικού του στυλ, την
χειρονομία και το βλέμμα, που μεταβάλλονται σε μήνυμα και υπαγορεύουν μια σαφή
λεζάντα στη φωτογραφία. Τα χέρια, με πιθανή εξαίρεση τα μάτια, είναι τα πιο
εκφραστικά μέρη του σώματος. Μας προσκαλούν να έρθουμε ή μας λένε να φύγουμε,
κάνουν ερωτήσεις και δίνουν απαντήσεις, μαλώνουν ή επιβραβεύουν, μπορούν να
ψάχνουν και να βρίσκουν, και το καλύτερό τους: γίνονται στοργικά ή λάγνα. Τα
χέρια έχουν την ικανότητα να μεταφέρουν ό,τι τα λόγια και οι εκφράσεις του
προσώπου μας δεν μπορούν. Όλοι μας θεωρούμε τις κινήσεις των χεριών, απλές και
δεδομένες, αλλά όχι κι ο Elliott Erwitt. Στα χέρια μας, βλέπει δύναμη και
απορία, συγκίνηση και συναίσθημα, χαρίζοντας μας τις στιγμές που, χωρίς τα
χέρια, δεν θα υπήρχαν. Έχει γραφτεί ότι ο Erwitt είχε αναπτύξει αυτή την
ιδιαίτερη ικανότητα από παιδί, όταν χρησιμοποιούσε ακριβώς τις χειρονομίες και
τις εκφράσεις του προσώπου του για να προσπαθήσει να συνεννοηθεί με τους
συνομιλητές του που μιλούσαν άγνωστες γι’ αυτόν γλώσσες. Πράγματι, από την
οικογένειά του είχε μάθει μόνο τα ρωσικά, που μιλούσαν οι γονείς του. Στη
συνέχεια φοίτησε σε ένα δημοτικό σχολείο στην Ιταλία και λίγα χρόνια αργότερα,
σε ένα λύκειο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η παντομίμα ήταν πάντα χρήσιμη στον
Elliott για να εκφραστεί και να επικοινωνήσει.
Ο Elliott Erwitt, όλα αυτά τα χρόνια ήταν ταυτισμένος με τις αστείες και περιπαικτικές φωτογραφίες του, που δημιουργούσαν μια ιλαρότητα και επεδείκνυαν την ικανότητά του να ανακαλύπτει και να αναδεικνύει τη χαρούμενη πλευρά της ζωής. Ελάχιστες ήταν οι πιο «σοβαρές» φωτογραφίες του. Ξεχωρίζουν το πρώτο πλάνο της Jacqueline Kennedy που κρατά στα χέρια της διπλωμένη την αμερικάνικη σημαία, στην κηδεία του συζύγου της, που συγκίνησε περισσότερο από την ίδια την δολοφονία, που όλοι είδαν και ξαναείδαν στην τηλεόραση, όπως και την φωτογραφία των δύο νιπτήρων, «white and coloured», που υπερβαίνει την ντοκουμενταρίστικη αξία της για τις φυλετικές διακρίσεις στις ΗΠΑ και απετέλεσε ένα σύμβολο, πανίσχυρο και σπαρακτικό, για οποιαδήποτε αδικία στον κόσμο.
Αν
τον ρωτήσει κανείς για τις υπέροχες φωτογραφίες του που έχουν τεκμηριώσει την
πολιτική ιστορία – όπως η συκλονιστική φωτογραφία της Τζάκι Κένεντι που κλαίει
στην κηδεία του JFK – απλώς σιωπά ή αλλάζει το θέμα. Θα προτιμήσει να
μιλήσει για σκύλους ή ταξίδια, δύο από τα πάθη του όσον αφορά στη φωτογραφία.
Από τις φωτογραφίες του, διαφαίνεται ξεκάθαρα και ο χαρακτήρας του ανθρώπου Erwitt, που διαθέτει τεράστια καλοσύνη. Ο Erwitt είναι τρυφερός και η τρυφερότητά του διοχετεύεται κυρίως σε σκυλιά και σε παιδιά. Τα φωτογράφιζε και τα δύο από την πρώτη ημέρα που έπιασε τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια του. Στα σκυλιά αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο, με τίτλο «Dog Dogs», 2008, αρχίζοντας ακριβώς από εκείνες τις μέρες που έφθασε στη Νέα Υόρκη, κατεβαίνοντας από ένα λεωφορείο της Greyhound. Όμως ο Erwitt έχει επίσης και μια έκδηλη αίσθηση του χιούμορ. Μια τρυφερή ειρωνεία που εκφράζεται στο αστείο που το έχει πάντα έτοιμο, τόσο στη συζήτηση, όσο και τη στιγμή που ετοιμάζεται να φωτογραφήσει, καθώς και στην απόλαυση του παράδοξου.
Μια από τις πιο ευρηματικές του φωτογραφίες είναι αυτή με το μπουλντόγκ που κάθεται στην αγκαλιά του ιδιοκτήτη του και που αποτελεί την τέλεια εικονογράφηση της φράσης που λέει ότι τα σκυλιά με τον καιρό μοιάζουν όλο και περισσότερο με τα αφεντικά τους. Το κεφάλι και το σώμα του σκύλου βρίσκονται σε τέλεια ευθυγράμμιση με τα χέρια και τα πόδια του ιδιοκτήτη του. Ο παραλογισμός της εικόνας υποστηρίζεται περαιτέρω από ένα δεύτερο σκυλί στα αριστερά, που κάθεται ακριβώς στην ίδια πόζα με την σουρεαλιστική σύνθεση του σκύλου-ανθρώπου. Αυτή η εκπληκτική συγκυρία τονίζει αυτό που ο Erwitt αποκαλεί «οπτικές αντιφάσεις που είναι το όνειρο ενός φωτογράφου».
O
Erwitt διηγείται: Δεν ξέρω άλλα ζώα πιο
κοντά στον άνθρωπο, όσο αφορά το συναίσθημα και τη πίστης. Κάποιοι λένε ότι κι
οι ελέφαντες βρίσκονται τόσο κοντά. Προσωπικά, βρίσκω τους ελέφαντες πολύ
ογκώδεις, δυσκίνητους, απροσπέλαστους για την καθημερινή φωτογράφιση και
καθόλου φιλικούς ή ελκυστικούς με αυτές τις μεγάλες μακριές προβοσκίδες τους.
Εξάλλου, δεν περιφέρονται ελεύθερα στους δρόμους σε κάθε πόλη και σε κάθε χώρα
όπως κάνουν τα σκυλιά. Και τα σκυλιά αποτελούν εύκολα θέματα χωρίς να
παραπονιούνται και χωρίς τις αντιρρήσεις των ανθρώπων, όταν αντιλαμβάνονται ότι
τους φωτογραφίζεις. Τα σκυλιά γαβγίζουν. Γι’ αυτό το λόγο το σκυλάκι σε μια από τις φωτογραφίες μου
έχει πηδήξει στον αέρα. Εγώ γάβγισα κι αυτό πήδηξε. Μια φορά στο Κιότο
περπατούσα πίσω από μια κυρία που πήγαινε περίπατο ένα σκυλί με πολύ
ενδιαφέρουσα εμφάνιση. Μόνο και μόνο για να δω τι θα γινόταν, γάβγισα. Η κυρία
τράβηξε αμέσως μια κλωτσιά στο ταραγμένο σκυλί. Φαίνεται ότι γαβγίζαμε με τον
ίδιο τρόπο.
Για
περισσότερα από εβδομήντα χρόνια, ο Elliott Erwitt έχει δείξει ότι το
φωτογραφικό μεγαλείο δεν πηγάζει από τη σοβαρότητα ή το θέαμα, αλλά από την
ικανότητα να αποκαλύπτει τόσο την ειρωνεία όσο και την τρυφερότητα στην
καθημερινή ζωή. Οι εικόνες του μας υπενθυμίζουν ότι το αληθινό πορτρέτο της
ανθρώπινης φύσης χτίζεται από μικρές, σχεδόν γελοίες στιγμές που συμβαίνουν
μπροστά στα μάτια μας και, στην επιφανειακή τους αθωότητα, φέρουν το βάρος της
ίδιας της ύπαρξης. Τελικά, η απόλαυση του συνηθισμένου δεν έγκειται μόνο σε ένα
περαστικό αστείο, αλλά στην επιβεβαίωση ότι η ομορφιά και το γέλιο συνυπάρχουν
με την καθημερινή ρουτίνα, ότι η ανθρωπότητα ενσωματώνεται στην καθημερινότητα
και ότι μια καλά εκπαιδευμένη κάμερα που κρατάει κάποιος πρόθυμος να δείξει συμπόνια
μπορεί να αποκαλύψει την ειρωνική ποίηση του καθημερινού μας κόσμου.
Over more than
seventy years Elliott Erwitt has shown that photographic greatness does not
stem from solemnity or spectacle but from the ability to reveal both irony and
tenderness in everyday life. His
images remind us that the true portrait of human nature is built from small,
almost ridiculous moments happening right before our eyes that, in their
surface innocence, bear the weight of existence itself. Ultimately the delight
of the mundane lies not only in a passing joke but in the affirmation that beauty
and laughter coexist with daily routine, that humanity weaves itself into the
commonplace and that a well trained camera held by someone willing to show
compassion can unveil the ironic poetry of our everyday world.
Πηγές:
https://www.elliotterwitt.com/ - https://www.dodho.com/elliott-erwitt-the-intelligent-humor-of-the-mundane/
- https://www.photologio.gr/megaloi-fotografoi/elliott-erwitt/
- https://www.ifocus.gr/magazine/megaloi-fotografoi/4168-masters-of-photography-elliott-erwitt
























































































































































































































