Ευτυχώς
σκοτεινιάζει κι απόψε
Το μωσαϊκό της
κουζίνας μου
Δείχνει κιόλας
μεσάνυχτα
Μ' εκείνο το
ένδοξο άσπρο-μαύρο
Μου πέφτει ένα
αμύγδαλο
Το ψάχνω πάνω στο
άσπρο-μαύρο
(Πάντα προς το
μαύρο κλείνει η αφή των πραγμάτων)
Τα πόδια μου στο
δόκανο
Να σε δω να
υποφέρεις αληθινά
Ακόμα έχεις απάνω
σου ένα κλάμα ψυχρό
Ένα χαμόγελο
ψεύτικο
Κάθισε κοντά μου
και πες μου τι βλέπεις
Μες στον παλιό
καθρέφτη
Όλες οι καμπάνες
σημαίνουν Χριστούγεννα
Κι εγώ δεν έχω
τίποτε άλλο να ζήσω
Πάρεξ τη γεύση
ενός αίματος που αρνούμαι να πιω
Αν μη τι άλλο εγώ
πέταξα το σώμα μου
Μες στην αγάπη
όπου σαπίζει τώρα
Με λογική και
σύνεση με θεία παραδοχή
Την τρέλα τη
μαθαίνει κανείς μέσα σε μια στιγμή
Από τη συλλογή
"Σαλκίμ", εκδ. Νεφέλη, 2001.
Γεννήθηκε
το 1930 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει, από γονείς Μικρασιάτες. Στην ίδια πόλη
έκανε τις εγκύκλιες σπουδές της. Ως ποιήτρια εμφανίστηκε στα γράμματα το 1961
με την ποιητική συλλογή "Ψυχή και τέχνη". Ακολουθούν από τότε άλλες
δώδεκα, με τελευταία την ποιητική συλλογή "Σαλκίμ". Είναι μέλος της
Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Εταιρείας Συγγραφέων. Συνεργάστηκε με
πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Εκτός από ποίηση, δημοσιεύει σε περιοδικά κριτικά
δοκίμια, για ποιητικά κατ' εξοχήν βιβλία. Παράλληλα με την ποίηση γράφει και
διηγήματα. Ποιήματά της έχουν περιληφθεί σε πολλές ελληνικές και ξένες
ανθολογίες κι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά,
πολωνικά, ρουμανικά, ισπανικά και σερβικά. Διηγήματά της βρίσκονται σε
γερμανικές ανθολογίες.
Η
κριτική διακρίνει δύο φάσεις στη δημιουργική πορεία της Μαρίας
Κέντρου-Αγαθοπούλου, μία πρώτη, στην οποία ανιχνεύει τις υπαρξιακές δομές της
ανθρώπινης φύσης (1965-1975), και μία δεύτερη, ξεκινώντας με τη μεταιχμιακή
συλλογή Τα επακόλουθα , στην οποία οι τόνοι χαμηλώνουν και
εμφανίζονται στα ποιήματά της εικόνες και στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής.
Την
ποίηση της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου κεντρίζουν τόσο ζητήματα υπαρξιακά, όσο
και ερωτικά∙ το γήρας, οικείων και δικό της, και ο παρεπόμενος θάνατος, η
βραχύτητα του βίου, ακραίες καταστάσεις της ανθρώπινης ζωής, όπως η απόλυτη
μοναξιά, συμπλέκονται με τις σχέσεις των δύο φύλων, τις αρχέτυπες μετωνυμίες
τους, το αλγεινό υπόβαθρο της ερωτικής μνήμης, με τη γραφή της να πραγματοποιεί
μία κίνηση εκκρεμούς με τα δύο της άκρα στον έρωτα και τον θάνατο. Σταθερά
μοτίβα θα επανέρχονται στα ποιήματά της, οριοθετώντας την περιοχή εκείνη που
την απασχόλησε περισσότερο, με συχνότερα μοτίβα: το σπίτι, το δέντρο, την πέτρα
και το νερό.
Πηγές:
Βικιπαίδεια, Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου