Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Δόντια «μαχαίρια» είχε ο Διμετρόδοντας. 'Steak-knife' teeth reveal ecology of oldest land predators

Ο Διμετρόδοντας είχε πολύ κοφτερά δόντια τοποθετώντας τον στην κορυφή της διατροφικής αλυσίδας στην εποχή του. This is an artist impression of a Dimetrodon. Credit: Danielle Dufault

Ο Διμετρόδοντας είναι ένα σαρκοφάγο ερπετό που έζησε την Πέρμια περίοδο πριν από περίπου 300 εκ. έτη και θεωρείται προπομπός των θηλαστικών ζώων. Νέα ευρήματα δείχνουν ότι ο Διμετρόδοντας είχε αναπτύξει οδοντοστοιχία με μεγάλα κοφτερά δόντια που του επέτρεπαν να όχι απλά να εξοντώνει αλλά κυριολεκτικά να διαμελίζει τα θηράματά του ακόμη και μεγάλου μεγέθους. Η ανακάλυψη είναι πολύ σημαντική αφού οι ειδικοί πιστεύουν ότι πρόκειται για το πρώτο σπονδυλωτό ζώο της στεριάς που ανέπτυξε κοφτερά δόντια.

Πανάρχαιος κυνηγός

Τα δόντια του Διμετρόδοντα έμοιαζαν με αυτά των κροδοδείλων υποστηρίζει η νέα μελέτη. This is a Dimetrodon skull with histological thin section tooth detail by Danielle Dufault. Credit: Danielle Dufault

Ο Διμετρόδοντας συγγενεύει περισσότερο με τα θηλαστικά παρά με τις σαύρες. Η εμφάνισή του στη Γη εντοπίζεται πριν από 300 εκ. έτη και η εξαφάνισή του πριν από 270 εκ. έτη. Έζησε δηλαδή τουλάχιστον 50 εκατομμύρια έτη πριν από την εμφάνιση των πρώτων δεινοσαύρων. Απολιθώματά του έχουν εντοπισθεί στην Αμερική και την Ευρώπη. Έφτανε σε μήκος τα 4 μέτρα και θεωρείται ότι ήταν στην εποχή του το κορυφαίο αρπακτικό. Το όνομά του προέρχεται από τα δύο διαφορετικών ειδών δόντια του, κάτι που συμβαίνει στα θηλαστικά και όχι στις σαύρες.

Kirstin Brink and Robert Reisz are shown with a Dimetrodon skull. Credit: University of Toronto Mississauga

Είχε τέσσερα πόδια, τα οποία εξείχαν στο πλάι του σώματος, μεγάλη ουρά και οι παλαιοντολόγοι εικάζουν ότι κινούνταν όπως οι σαύρες. Το πιο διακριτικό χαρακτηριστικό του Διμετρόδοντα ήταν το εντυπωσιακό πτερύγιο στην πλάτη. Το πτερύγιο ήταν πλούσιο σε αιμοφόρα αγγεία και πιθανώς χρησίμευε για την ταχύτερη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματός του. Επικεφαλής της νέας μελέτης είναι επιστήμονες του Πανεπιστημίου Mississauga στο Τορόντο του Καναδά και τα ευρήματα δημοσιεύονται στην επιθεώρηση «Nature Communications».