Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Δήμητρα Μήττα, «Η κυρία Ζωή»

Charles Ginner, “The Café Royal”, 1911
Στην Ε.Μ.


Την έβλεπα σχεδόν μέρα παρά μέρα. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία αλλά μετά… Τι στην ευχή, τόσους συγγενείς νεκρούς, τόσους φίλους… Της πέθαιναν όλοι; Συνήθως καθόταν στο πιο ακριανό τραπέζι της αίθουσας δεξιώσεων, έγερνε το κεφάλι της πολύ κοντά στο τραπέζι και έπινε τον καφέ –δεν χρειαζόταν  να σηκώσει πολύ το φλιτζανάκι από το πιατάκι, έτρεμε και το χέρι της, προφανώς θα φοβόταν μήπως χύσει τον καφέ. Βουτούσε το κουλουράκι και αργά το γυρνούσε στο στόμα της.  Προσηλωμένη σε αυτό, δεν μιλούσε πολύ, σχεδόν καθόλου, μόνο όταν της απηύθυναν τον λόγο, και πάντα με λίγες κουβέντες. Την άφηναν στην ησυχία της, αν και έμεναν με την απορία αν ήταν συγγενής του τεθνεώτος ή γειτόνισσα. Αλλά τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια.

Amedeo Modigliani, “Jeanne Hébuterne avec un col blanc”, 1919

Ήταν ντυμένη πάντα στα μαύρα, μαύρα ήταν βαμμένα και τα μαλλιά της, είχε κυρτή πλάτη, πολύ κυρτή, κρατούσε μπαστούνι και το βήμα της ήταν αβέβαιο, μερικές φορές νόμιζα ότι θα πέσει, όμως συγκρατιόταν ή τη συγκρατούσαν –«μόνη σας είστε;», «μόνη, ευχαριστώ, τα καταφέρνω». Αυτές ήταν οι κουβέντες της. Και τα τελευταία συλλυπητήρια στην οικογένεια, την ώρα που έφευγε. Την περίμενε πάντα ένα ταξί, έμπαινε μέσα και χανόταν μέχρι την επόμενη κηδεία. Ποια ήταν;  

 Νικόλαος Κουνελάκης, “Η Οικογένεια του Καλλιτέχνη”, π. 1865

Καταρχάς θα πρέπει να ήταν εβδομήντα πέντε με ογδόντα χρονών. Καλοβαλμένη μέσα στα ρούχα της, όχι φτωχικά, με μια παλιά κοκεταρία που πρόδιδε το φουλάρι που στόλιζε τον λαιμό της, διαφορετικό κάθε φορά αλλά πάντα σε μαύρες αποχρώσεις, τσάντα δερμάτινη αλλά όχι ακριβή και αυτή, τίποτε το εξεζητημένο, μια αξιοπρεπής ηλικιωμένη κυρία, κανένα κόσμημα. Προσπάθησα να βγάλω και άλλα συμπεράσματα από την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των τεθνεώτων που συνόδευε στην τελευταία τους κατοικία. Δεν έβγαζα άκρη. Ερχόταν σε κηδείες πλούσιες και με πολυκοσμία αλλά και σε κηδείες φτωχικές και με ελάχιστο κόσμο, λαϊκό, καμιά φορά ήταν οι δυο τρεις συγγενείς ή γείτονες ενός μοναχικού και αυτή. Τι στην ευχή… Ποια ήταν; Τόσα χρόνια κηπουρός στο νεκροταφείο, τα μάτια μου είχαν δει, κι αν είχαν δει. Και τι δεν είχαν δει… Όμως αυτή; Άρχισα να την παρακολουθώ. Πότε ερχόταν; Κάθε πότε; Πάλι δεν έβγαλα άκρη, δεν υπήρχε τακτικότητα στις επισκέψεις της. Αποφάσισα να την πλησιάσω.

 Edward Le Bas, “Café Scene”, 1939

-              Σας βλέπω συχνά εδώ.
Σήκωσε το κεφάλι της από το φλιτζανάκι με κοίταξε. Δεν είπε κουβέντα.
-              Θέλετε να σας βοηθήσω να πάτε στο ταξί;
-              Όχι, όχι, αρνήθηκε ευγενικά και λίγο φοβισμένα.
Την επόμενη φορά διαμείφθηκε ο ίδιος διάλογος. Και τη μεθεπόμενη. Επέμενα.
-              Πρέπει να το κάμνω μόνη μου, χωρίς βοήθεια, είπε την πέμπτη φορά.
Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη φορά από εκείνη την πέμπτη που μου είχε απαντήσει, πρόσθεσε και μερικές ακόμη κουβέντες.
-              Είναι συγγενείς σας;
-              Ποιοι;, με ρώτησε με απορία, και αυτή ήταν η τελευταία της λέξη για εκείνη τη φορά. Την παραεπόμενη:
-              Ο μακαρίτης ήταν συγγενής σας;
-              Δεν τον γνώριζα.
-              Οι άλλοι νεκροί;
-              Κανέναν δεν ήξερα.
-              Γιατί έρχεστε;

Gustav Klimt, “Le Grand Peuplier II”, 1902-1903. Huile sur Toile, 100,8x100,7 cm. Vienne, Leopold Museum.

Σε αυτήν την ερώτηση μεσολάβησαν τέσσερις ακόμη κηδείες μέχρι να μου απαντήσει. Στο μεταξύ, υπέθεσα ότι η μοναξιά την έκανε να καταφεύγει στη λύση του νεκροταφείου, για να βλέπει ανθρώπους, να οσφραίνεται τη μυρωδιά τους, να ακούει τις κουβέντες τους, ζωντανή ανθρώπινη λαλιά, να βεβαιώνεται ότι ο κόσμος υπάρχει.
-              Με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε σε ποια πρέπει να πάω.
-              Ποιος σας τηλεφωνεί.
-             
-              Όποιος και να σας παίρνει, εσείς γιατί το κάνετε; Γιατί υπακούτε;
-              Είμαι τιμωρημένη.
Τιμωρημένη…
-              Ποιος το λέει;
-              Αυτός που μου τηλεφωνεί.
-              Ποιος είναι; Τον ξέρετε;
-              Ο Θεός.

Μάγδα Λεβεντάκου, “Διωγμός, 1991

Έκανα πίσω. Αυτό μου έλειπε τώρα… Να μπλέκω με μια σαλεμένη, με μια θεόπληκτη. Με μια τρελή; Από τότε που η κυβέρνηση έκλεισε το ψυχιατρείο, γέμισε η πόλη από δαύτους –η οικονομική κρίση έφταιγε, γι’ αυτό το σφράγισαν και χάσκει τώρα το κτίριο άδειο, ας αναλάβουν και οι άφραγκοι συγγενείς των σαλεμένων, έτσι είπαν, το άφραγκοι δεν το είπαν… Ποιοι, στο διάβολο, τους πίστευαν ακόμη; Και τους ψήφιζαν.
Μεσολάβησαν αρκετές κηδείες, μέχρι να την ξαναπλησιάσω. Τρελή… Δεν φαινόταν για τέτοια. Καθαρή, σινιαρισμένη, αξιοπρεπής σε όλα της, μοναχική μέσα στον κόσμο, ερχόταν, καθόταν στη συνηθισμένη της θέση, έπινε τον καφέ, έτρωγε το κουλουράκι, μάζευε τα ψιχουλάκια από τη φούστα της, τα εναπόθετε στο τραπέζι, έδινε τα συλλυπητήριά της, έφευγε.
-              Είστε σίγουρη ότι είναι ο Θεός στο τηλέφωνο;
-             
-              Και γιατί σας τιμωρεί;
-              Λέει ότι έκανα άσχημα πράγματα στη ζωή μου κι ότι αν έρχομαι στις κηδείες, μπορεί να καταλάβω τι κακό έκανα.  Και να ζητήσω συγγνώμη.
-              Από ποιον; Γιατί; Τι κάνατε;
-              Δεν λέει.
-              Τότε;

Ανδρέας Βουρλούμης, “Τρείς Γυναίκες, 1958

-              Μου είπε ότι θα καταλάβω μόνη μου, θα μάθω αν έρχομαι στις κηδείες.
Δεν έβγαζαν και πολύ νόημα όλα αυτά. Τη λυπήθηκα. Αυτήν και τη μοναξιά της. Και το γεγονός ότι κάποιοι της έκαμναν γυμνάσια –άκου να τη φέρνουν τη γυναίκα κάθε τρεις και δύο στο νεκροταφείο… Μήπως  τα βγάζει από το μυαλό της; Είτε ήταν μια επινοημένη ιστορία είτε πραγματική εμένα μου κίνησε την περιέργεια. Αυτή η γυναίκα, η ηλικιωμένη κυρία. Θα μπορούσε να είναι η μάνα μου… Έχω καιρό να την επισκεφτώ.
-              Θέλετε να γνωρίσετε το νεκροταφείο;
Τόσα χρόνια κηπουρός εκεί το ήξερα καλύτερα από το σπίτι μου. Άσε που μου έλειπε τις Δευτέρες που δεν πήγαινα. Και στις διακοπές το μυαλό μου ήταν συνέχεια εκεί, στα μάρμαρά μου. Όχι στους ανθρώπους τους ζωντανούς –μπα, αυτοί ίδιοι είναι παντού-, αλλά στους νεκρούς και στα σπίτια τους, στους κήπους μου. Αυτούς περιποιόμουν εγώ.
Πληρωνόμουν με τον μήνα από τους συγγενείς του εκλιπόντος, για να ανάβω το καντηλάκι, να κρατώ καθαρό το μάρμαρο, να φυτεύω λουλούδια. Πανσέδες πολύχρωμους τον χειμώνα, κατιφέδες την άνοιξη και το καλοκαίρι. 

Κωνσταντίνος Μαλέας, “Εκκλησάκι με Δέντρα “, π. 1920

Άσπρα τα μνήματα, γίνονταν πολύχρωμα από τα λουλούδια που έφερναν οι συγγενείς και από τα φυτεμένα λουλούδια. Ειδικά κάθε Μεγάλη Παρασκευή που ο κόσμος θυμόταν τους νεκρούς του. Περισσότερο μου άρεζε το νεκροταφείο το σούρουπο, με τη δύση του ήλιου, άδειαζε από τους ανθρώπους, έφευγαν, φοβόντουσαν το βράδυ –ποτέ μου δεν κατάλαβα τι –τα φαντάσματα; τη συνείδησή τους; Δεν βαριέσαι… Σημασία έχει ότι έφευγαν και απολάμβανα την ηρεμία του χώρου. Καμιά φασαρία μέσα στο νεκροταφείο, οι ήχοι της πόλης έφταναν εξασθενημένοι και εξουθενωμένοι, περισσότερο ακούγονταν τα τζαμάκια στα ράφια των τάφων -κουνιόντουσαν με το παραμικρό φύσημα του ανέμου μέσα στη ράγα τους-, εκεί που οι συγγενείς έβαζαν τη φωτογραφία του νεκρού ή κανένα άλλο αναμνηστικό. Ένα κομπολόι, ένα πολύχρωμο μπουκαλάκι, κάτι αγγελάκια, τα παπουτσάκια του χορού ενός μικρού παιδιού, το κοκαλάκι του… Τα περισσότερα από αυτά χάνονταν μετά από λίγο καιρό. Άλλοι τα έπαιρναν για να τα βάλουν στους τάφους των δικών τους νεκρών, άλλοι για να τα πουλήσουν. Ίδιοι οι άνθρωποι πάντα, και στον πόνο ακόμη, και στη θλίψη. Έμποροι.     
-              Πώς σας λένε;
-             
Άρχισα να την παίρνω μαζί μου ένα γύρο στο νεκροταφείο με το μικρό ανοιχτό αμαξάκι με τέντα από πάνω, που πολύ με διευκόλυνε στις μετακινήσεις μου.
-              Είδα ένα τέτοιο σε γήπεδο με γκαζόν κάτω και λοφάκι. Στην τηλεόραση το είδα.
-              Αυτό είναι, μπράβο κυρία…
Σταμάτησα περιμένοντας να μου πει το όνομά της, δεν μου το είπε. Συνέχισα.
-              Κι εγώ σε γήπεδο γκολφ το είδα, όχι πραγματικό, σε ταινία. Μ’ άρεσε και είπα ότι ένα τέτοιο θέλω. Το βρήκα και το αγόρασα. Το έκανα δώρο στον εαυτό μου.
-              Δώρο στον εαυτό σας; 
Ντράπηκα;
-              Δεν το κάνω συχνά, μην νομίζετε... Συνήθως στους άλλους, Αλλά να, είπα κι εγώ, κάτι για μένα… 

Επιτύμβια στήλη με μια οικογένεια, π. 360 π.Χ. Αττικό πεντελικό μάρμαρο, (171,1 εκατοστά). Στο κέντρο αυτής της επιτύμβιας στήλης, ένας γενειοφόρος άνδρας με ένα μανδύα ριγμένο πάνω στα πόδια του και κάτω του κορμού κάθεται σε άκαμπτο προφίλ σε Δίφρο (= Σκαμνάκι με τέσσερα ορθογώνια πόδια χωρίς πλάτη) κατέχει ένα ραβδί στο υψωμένο το δεξί του χέρι. Πίσω του στέκεται με ένα πέπλο με πόρπες γυναίκα που το χέρι της κρατά  το χέρι ενός μικρού κοριτσιού. Το παιδί, ντυμένο με χιτώνα ζωσμένο ψηλά πάνω από τη μέση του, κοιτάζει επίμονα έξω το θεατή. Μια τέταρτη, τώρα αποσπασματικά, γυναικεία μορφή στέκεται στα αριστερά της ομάδας. Με το αριστερό της χέρι, αγγίζει απαλά το χέρι που κάθεται ο άνθρωπος. Τόσο ο ίδιος όσο και η καλυμμένη γυναίκα πίσω του με βλέμμα ευθεία μπροστά, σαν η νεαρή γυναίκα, που τους κοιτάζει πάνω από  αυτούς, να είναι αόρατη. Η εντύπωση είναι ότι αυτή η νεαρή γυναίκα ανήκει σε έναν κόσμο ξεχωριστό από εκείνο των τριών άλλων προσώπων. Το όνομα του εκλιπόντος θα είχε εγγραφεί για τη διαμόρφωση θέσεων που περιβάλλεται αρχικά αυτήν την ανάγλυφη παράσταση, αλλά τώρα λείπει. Χωρίς αυτή την επιγραφή δεν είναι σαφές εάν ο άνδρας και μέλη της οικογένειάς του θρηνούν μία  νεκρή κόρη που τους κοιτάζει, ή εάν η καλυμμένη γυναίκα που στέκεται πίσω από τον καθιστό Έλληνα είναι σε πένθος ουσιαστικά για τον νεκρό πατέρα της. Παρά την ασάφεια της σκηνής, παραμένει μια από τις πιο συγκινητικές σε επιτύμβια ανάγλυφα από την κλασική περίοδο.

Στην αρχή της έδειξα πόσο μεγάλο ήταν το νεκροταφείο μου, μετά την πήγα στους οικογενειακούς τάφους –πολύ με ταλαιπωρούσαν αυτοί, ειδικά το ψιλόβροχο που άφηνε στίγματα πάνω στα πολύχρωμα μάρμαρα, «δείτε πανάκριβο μάρμαρο και λούσο, κυρία…», πάλι έμεινε μετέωρο αυτό το κυρία, χωρίς συμπλήρωμα. Την πήγα στους τάφους των απόρων, των φτωχών, κάποιων ηλικιωμένων που δεν είχε εμφανιστεί κανένας συγγενής στο γηροκομείο ή στο νοσοκομείο όπου είχαν πεθάνει.
-              Κι εκεί; Τι είναι εκεί; 
Μια μεγάλη περιοχή στη νοτιοδυτική άκρη νεκροταφείου, σκέτοι σταυροί, μεταλλικοί, γυάλιζαν από μακριά, ίδιοι όλοι. Σπάνια οι άνθρωποι έφταναν τόσο μακριά, μόνο όσοι είχαν το δικό τους πλάσμα θαμμένο. Κάποιοι, από μακριά βλέποντας, υπέθεσαν ότι ήταν τάφοι στρατιωτών τόσο ομοιόμορφοι και στη σειρά που ήταν. Την πήγα. Μικροί τάφοι, τόσοι δα, λιλιπούτιοι. Τάφοι βρεφών αβάπτιστων, με αρκουδάκια ή χωρίς πάνω στον σταυρό, σπάνια με φωτογραφία -κάποια είχαν πεθάνει ημερών, ποιος και πώς να τα φωτογραφίσει; Πόσο μικροί ήταν οι τάφοι… Περπάτησε ανάμεσα. Άγγιζε τους σταυρούς. 
-              Πώς σας λένε; την ξαναρώτησα στη δέκατη όγδοη κηδεία.
-              Ζωή, μου απάντησε δύο κηδείες μετά.
-              Κυρία Ζωή, θέλετε να με βοηθάτε στις δουλειές εδώ στο νεκροταφείο.
Με κοίταξε δύσπιστα.
Στάθηκε απρόθυμη για αρκετό καιρό. Μετά –βαρέθηκε τις πολλές κηδείες; ποιος ξέρει…– άρχισε να έρχεται μαζί μου. Παρακολουθούσε τι κάνω –στεκόταν δύο βήματα πίσω και πλάι μου ή δύο βήματα πλάι μου στα στενά διαχωριστικά του νεκροταφείου. Κάποια στιγμή μου ζήτησε το υγρό για τα τζάμια. Καθάρισε με μια επιμέλεια… Σαν να επρόκειτο για τα τζάμια σπουδαίου σαλονιού ή για τη βιτρίνα καταστήματος. Μετά έκανε και άλλα. Καθάριζε τα μάρμαρα, άναβε τα καντηλάκια, πετούσε τα ξερά λουλούδια από τις ανθοστήλες.
-              Αυτό δεν είναι στη δουλειά μας. Έπειτα, οι συγγενείς μπορεί να τα θέλουν εκεί», της είπα.
Εξακολουθούσε να το κάνει.
-              Δεν είναι όμορφα, μαρτυρούν εγκατάλειψη. Οι νεκροί τη νιώθουν την εγκατάλειψη.  
Προσπάθησα ξανά, δεν άκουγε.
-              Αυτό είναι το σωστό.
Και μετά:
-              Αυτοί οι τάφοι γιατί είναι αφρόντιστοι;
-              Δεν ζήτησε κανείς να τους περιποιούμαστε.
Κάθε φορά φρόντιζε και από έναν τέτοιον εγκαταλελειμμένο τάφο.
Σιγά σιγά πέταξε το μπαστούνι. Μέσα στους άσπρους τάφους ξεχώριζε η μαύρη της φιγούρα. Πήρε πρωτοβουλίες. Κυρίως στην περιοχή των αβάφτιστων βρεφών. Φύτεψε στο καθένα από ένα λουλούδι. Τα πότιζε. Τα έβλεπε να πετούν φύλλα και λουλούδια ή να χαλούν. Τα άλλαζε, το ταξί της κορνάριζε.
-              Ακόμα σου τηλεφωνούν κυρία Ζωή;
-              Ναι.
-              Ποιος;
-              Ο Θεός. Μπορεί και τα παιδιά μου…
Αυτό κι αν ήταν… Γιατί να θέλουν τα παιδιά της να την ξαποστέλνουν στο νεκροταφείο; Παλαβοί είναι και βασανίζουν τη γυναίκα; Πρέπει να επισκεφτώ τη μάνα μου, τόσες μέρες το λέω και δεν το κάνω, πότε; Δεν την μπορώ.  

George Edmund Butler, “A roadside cemetery near Neuve Eglise, April 1917”. 

Έμαθα να την περιμένω. Έμαθα να ξεχωρίζω τη φιγούρα με τα μαύρα ρούχα της, κυρίως τον χειμώνα, μ’ εκείνες τις ομίχλες που έπεφταν στην πόλη. Και απ’ ό,τι κατάλαβα ερχόταν κι όταν δεν ήμουν εγώ εκεί. Ανήμερα των Χριστουγέννων.
Δεν πηγαίνω στη δουλειά ανήμερα των Χριστουγέννων, μένω με την οικογένεια, βρισκόμαστε όλοι μαζί . Αυτή τη φορά πήγα. Μετά το μεσημεριανό εορταστικό φαγητό. Είχε πολύ φασαρία, «φέρε τη σαλάτα, κόψε το κρέας, βγάλε το γλυκό από το ψυγείο, πού είναι το μαχαίρι, μα γιατί δεν είναι στη θέση τους τα πράγματα; δώσε το νερό, φέρε το κρασί…», όλες οι κουβέντες φωναχτά για να ακουστούν μέσα στην πολύ βαβούρα, ο ένας στη μια άκρη του τραπεζιού, ο άλλος διαγώνια απέναντι, δυνατά και συνέχεια, όλοι μιλούσαν δυνατά και συνέχεια, να μην προλάβει κανείς και πει κάτι που θα χαλούσε την εορταστική ατμόσφαιρα, ένας καυγάς –ποιος ξέρει για ποιο λόγο, ποτέ δεν ήταν ο πραγματικός– έλειπε η μάνα μου, κι εγώ έχω συνηθίσει στην ησυχία των νεκρών μου.
Τράβηξα για το νεκροταφείο μου. Ωραίο απόγευμα, με ομίχλη. 
Την ξεχώρισα από μακριά, δεν ήταν δα και πολύς κόσμος, σχεδόν κανένας. Όρθια, ακίνητη, με σηκωμένο το κεφάλι ψηλά, στον ουρανό, ίσιωνε το κορμί της, η καμπούρα της μίκραινε. Έμοιαζε να ρουφά τη δροσιά της ομίχλης –«κατέβηκε χαμηλά ο ουρανός κι αγκάλιασε τη γη, είμαι κι εγώ στον ουρανό, δεν πατώ στη γη». Άπλωσε τα χέρια της κι άρχισε να γυρνά γύρω γύρω –είχε κλειστά τα μάτια της; δεν μπορούσα να διακρίνω. Τραγουδούσε; «Ο χώρος μου, το σπίτι μου, η ανάταξή μου, ο στόχος μου, ο σκοπός μου, οι φίλοι μου, η σιωπή μου.»
Για αρκετές μέρες δεν την είδα.
-              Κρυολόγησα, μου είπε, χωρίς να εξηγήσει πώς, αναμενόμενο για μένα που ήξερα, είχε μείνει ώρες στην υγρή αυλή μας.
-              Μας έλειψες.
Συνεχίσαμε την κοινή ζωή μας.
-              Να προσέχεις, κυρία Ζωή. Να κλειδώνεις καλά το σπίτι σου το βράδυ. Πάλι μπήκαν μέσα σε σπίτι ηλικιωμένης, τη βίασαν και της έκλεψαν ό,τι είχε.
-              Εμένα δεν μου συμβαίνει ποτέ τίποτε, αφήνω συνέχεια την πόρτα ξεκλείδωτη, ανοίγω σε όποιον μου χτυπά. Δεν με πειράζει να με κλέψουν –τι θα βρουν στο σπίτι; Κι αν με βιάσουν, όπως λες, καλά θα είναι. Να νιώσω κι εγώ κάποιον να με αγκαλιάζει.
Μήπως να το έκαμνα εγώ; Θα έκλεινα τα μάτια και θα το έκαμνα. Λίγη χαρά για ’κείνη. Τι κόστος για μένα; Η μάνα μου κλειδώνει;
Για λίγο καιρό εξαφανίστηκε. Μετά, την είδα ξανά, περπατούσε σιγά και σαν στο πλάι, όχι κατ’ ευθείαν μπροστά, κοιτούσε συχνά πίσω της:
-              Δεν χτυπάει πια το τηλέφωνο, δεν με στέλνουν σε κηδείες. Μια φορά μόνο χτύπησε, μου απαγόρευσαν να ξανάρθω. Περνάω καλά εδώ, έτσι μου είπαν, δεν είναι πια τιμωρία να έρχομαι στο νεκροταφείο.
-              Ποιος ήταν στο τηλέφωνο, κυρία Ζωή;
-              Δεν χρειάζομαι, λέει, άλλη τιμωρία, εξαγνίστηκα...
-              … Ποιος, κυρία Ζωή;
-              … Τον παρακάλεσα, την παρακάλεσα, τους παρακάλεσα, τις παρακάλεσα για λίγη ακόμη. Τιμωρία. Δεν μ’ άκουσε. Δεν μ’ άκουσαν. Με τιμωρούν σκληρά. 
-              Ποιος;
Έμεινε εκεί να μουρμουρίζει, να παρακαλά, ζητιάνα που ζητιάνευε για λίγη ακόμη τιμωρία, για λίγη ακόμη ζωή. Ζει η μάνα μου;
-              Έχει κανένα μέρος να μένω εδώ; Εκεί στο παράσπιτο μήπως;
Άργησα, γιατί; Το ταξί κορνάρισε επίμονα. Η κυρία Ζωή χαμήλωσε το κεφάλι της, η καμπούρα της μεγάλωσε, το βάδισμά της έγινε ασταθές. Έγινε ξανά η παλιά κυρία του ακριανού τραπεζιού στην αίθουσα των δεξιώσεων μετά από κάποια κηδεία.
Τις επόμενες μέρες έφτιαξα το παράσπιτο. Μάζεψα τα εργαλεία σε μια γωνιά –δεν μπορούσα να τα πάω αλλού- έφερα ένα κρεβάτι, έστρωσα ένα κιλίμι κάτω, ένα στον τοίχο, να γίνει όμορφο το παράσπιτο. Όταν θα ξαναρχόταν, θα την έφερνα εδώ, θα την αγκάλιαζα, μπορεί και να την κοιμόμουν. 

Νικόλαος Κουνελάκης, “Ζωή Καμπάνη”, π. 1865

Δεν ξαναφάνηκε, είχα αργήσει. Κράτησα το παράσπιτο συμμαζεμένο. Κι η μάνα μου;

(Δεν μπορώ να αφήσω έτσι την κυρία Ζωή, πώς την άφησα;)

Δήμητρα Μήττα
Χριστούγεννα 2013

Πρωτοδημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού το Κοράλλι (Ιανουάριος - Μάρτιος 2014).