Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται: από τον Σελεστέν Φρενέ στο σχολείο της κοινότητας

Ο μεγάλος Γάλλος ριζοσπάστης παιδαγωγός, Σελεστέν Φρενέ (1896-1966), ήταν ο πρώτος που εισήγαγε στη σχολική αίθουσα το τυπογραφείο και τη σχολική εφημερίδα ήδη από το μεσοπόλεμο εμπνέοντας με τις διδακτικές του μεθόδους το μεταρρυθμιστικό κίνημα του «Μοντέρνου Σχολείου».

Η δυνατότητα να υποστηρίξουμε σήμερα το δημόσιο σχολείο, έναντι της κρυφής ή φανερής ιδιωτικοποίησης ή ακόμη περισσότερο έναντι της κατ’ οίκον διδασκαλίας, αποκτά ιστορική προοπτική στην ελληνική κρίση (2010 -) και την έξοδο απ’ αυτή, μέσα από την αντιπροσώπευση μιας αριστερής κυβέρνησης. Αυτό βέβαια σημαίνει συγχρόνως να έχουμε στο βλέμμα μας και τα άλλα βάθρα της δημοκρατίας: ως προς την αντιπροσώπευση, το μέσα κι έξω από τη βουλή, ως προς τον παραδοσιακό συνδικαλισμό τις μορφές εργατικού ελέγχου και εργατικής εξουσίας και ως προς την τοπική αυτοδιοίκηση, τις λαϊκές συνελεύσεις, τα κοινωνικά κινήματα, τις τοπικές δράσεις και τις κοινότητες. Κι όλα αυτά διαλεκτικά αντιμετωπίσιμα ως προς αυτά που προηγήθηκαν, τις σχέσεις μέσα στο σχολείο στην αμέσως προηγούμενη περίοδο, την επιστροφή της διοίκησης και την αναστολή της δημοκρατίας.1

Το αίτημα είναι αναδιάταξη των άνισων σχέσεων μέσα στο σχολείο, εκ περιτροπής διευθυντές κι όχι εργοδότες της προηγούμενης περιόδου, συμβούλους με παιδαγωγική κι όχι διοικητική αξιολογική εξουσία, φωνή, εκπροσώπηση και πολιτική των παιδιών, καθώς επίσης και άμεση δημοκρατία, έτσι ώστε να έχουμε, μέσα στη πολιτική μεταβολή της περιόδου, περισσότερη ελευθερία και ισότητα. Ο εκπαιδευτικός καλείται να συμμετέχει σ’ αυτή την άμεση δημοκρατία του σχολείου, πέρα από τον παραδοσιακό συνδικαλισμό, μαζί με τους άλλους εργαζομένους του σχολείου, αλλά και τους φορείς της σχολικής κοινότητας, μέσα στις δυσκολίες που είναι παράγωγες της ηγεμονίας του οικονομικού και της καταστροφής συγχρόνως του κεφαλαίου και της εργασίας. Η συνομιλία του με τη γειτονιά, τα κοινωνικά κινήματα, τις λαϊκές συνελεύσεις, η άρνησή του στις συγχωνεύσεις και η επιλογή ενός μικρού σχολείου - πολιτιστικού κέντρου2 των πολλών κοινοτήτων που παίρνουν μέρος σ’ αυτό, είναι τα μορφικά χαρακτηριστικά αυτής της πλατωνικής σπηλιάς που είμαστε εντός της. Η λογική των δικτύων είναι το όνομα της νέας οριζοντιότητας. Η αναμέτρηση είναι μια νέα αναδιάταξη των σχέσεων, έτσι όπως προκύπτουν από την λογική των δικτύων ανάμεσα στις κάθετες και τις οριζόντιες σχέσεις, για τον τρόπο πρόσληψης του σχολείου, των ορίων του και την παραγωγή της αίσθησης της κοινότητας. 3


«Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται» (2006) του Daniel Losset. Το σενάριο της ταινίας στηρίζεται στη ζωή του μεγάλου γάλλου παιδαγωγού και μεταρρυθμιστή της παιδείας Σελεστέν Φρενέ (Celestin Freinet 1896-1966). Η παιδαγωγική μέθοδος του Φρενέ στοχεύει στη δημιουργία ενός άλλου σχολείου όπου κάθε παιδί αντιμετωπίζεται σαν μια ξεχωριστή προσωπικότητα, μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα, όπου η παιδεία δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα κι ο ρόλος του εκπαιδευτικού συνίσταται κυρίως στο να βοηθήσει τα παιδιά να βρουν μόνα τους το δρόμο της γνώσης. Ο Σελεστέν Φρενέ, πρώτος αυτός, επεδίωξε να εισάγει τις νέες τεχνολογίες της εποχής στην εκπαίδευση: τυπογραφία, ραδιόφωνο, κινηματογράφο. Είναι πιο γνωστός ως ο πρώτος που έβαλε το τυπογραφείο στην τάξη και καθιέρωσε την διασχολική αλληλογραφία. Λιγότερο γνωστό είναι ότι πρώτος αυτός έβαλε τον κινηματογράφο στο σχολείο το 1926! Ήταν φυσικό οι πρωτοποριακές του μέθοδοι να μην είναι αρεστές στο κατεστημένο, γι αυτό κυνηγήθηκε ανελέητα. Πάλεψε μέσα από αντίξοες συνθήκες και στο τέλος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη δημόσια εκπαίδευση για να συνεχίσει πιο ελεύθερος το παιδαγωγικό του έργο. Αλλά πια δεν ήταν μόνος. Στη βάση των ιδεών του δημιουργήθηκε ένα μεγάλο διεθνές παιδαγωγικό κίνημα που είναι ακόμα ζωντανό.

Ποιο είναι όμως το όνομα του σχολείου σ’ αυτή την φαινομενολογική αποβλεπτικότητα, από ποιες υποκειμενικότητες συγκροτείται και με ποιον ιστορικό ορίζοντα νοημάτων για τη συγκρότηση της κοινότητας4 μπορούμε να αποβλέπουμε σ’ αυτό; Το φιλμ Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται (2006) του Daniel Losset θα μπορούσε να είναι μια δυνατή απάντηση σ’ αυτή την προβληματική και για ένα σχολείο της κοινότητας.5 Η ιστορική αναδρομή, μετά τις τόσες αναλογίες με το παρελθόν στη διάρκεια της ελληνικής κρίσης (2010), είναι δείκτης τηρούμενων των αναλογιών, για τα χαρακτηριστικά της περιόδου που πολιτευόμαστε. Η παιδική ηλικία του ’20 και του ’30, οι νέες μορφές παιδαγωγικής του δασκάλου Celesten Freinet σε συνεργασία με τη σύντροφό του Elise, η σύγκρουση φασισμού/ κομμουνισμού, ο εκφασισμός της κοινωνίας μέσα από την αυθεντία της οικογένειας, οι σχέσεις του σχολείου με την κοινότητα και ο τρόπος που η πολιτική μπαίνει μέσα στο σχολείο, είναι μερικές από τις βασικές ιδέες που γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σ’ αυτή την ταινία. Ένα φιλμ γαλλικής παραγωγής για την δημόσια τηλεόραση της Γαλλίας, το οποίο αφηγείται τα παιδιά, τον δάσκαλο με τη φίλη του και την κοινότητα, μέσα σ’ ένα πολιτικό κλίμα ασφυκτικό, λόγω της ανόδου του φασισμού. Η πρώτη επαφή του δασκάλου με τα παιδιά, η ανάγνωση του κόσμου τους και του τρόπου που σκέφτονται, η δυνατότητά του να βλέπει τα όριά τους λίγο πριν να αδιαφορήσουν γι’ αυτά που ακούν ή βλέπουν, είναι η αφετηρία ενός νέου παιδαγωγικού προβληματισμού του δασκάλου που καταφεύγει σε μια σειρά τεχνικών για να συνομιλήσει μαζί τους. Το σχολείο είναι ένας μικρός τόπος δημοκρατίας, καθώς τα παιδιά συγκεντρώνονται για να οργανώσουν τις συλλογικές τους δράσεις, βγαίνουν έξω απ’ αυτό, γίνονται αντικείμενο δυσμενών σχολίων καθώς εκλαμβάνονται ότι δεν κάνουν μάθημα και αποβλέπουν στο να συντονίζουν διαρκώς αυτά που σκέφτονται, μ’ αυτά που φαντάζονται, πιάνουν, βλέπουν, ακούν, γεύονται και μυρίζουν. Στο σχολείο επιστρέφει η κεντρική ιδέα του μοντερνισμού, η κίνηση. Χωρίς απαγορεύσεις, όπως αυτές που ζήσαμε, ο εκπαιδευτικός μπορεί να μεταβαίνει στους χώρους μέσα κι έξω από το σχολείο με βάση το ρυθμό της διανοητικής εργασίας που έχει με τα παιδιά. Η παιδαγωγική είναι βασισμένη σ’ αυτές τις φαινομενολογικές σχέσεις του μέσα και του έξω. Το σχολείο της κοινότητας είναι βασισμένο ακριβώς σ’ αυτή την κίνηση, με βάση το τρίπτυχο τάξη – αυλή – κοινότητα και αφουγκράζεται τις νέες σχέσεις αρχιτεκτονικής και παιδαγωγικής.6

Η φιγούρα του δασκάλου είναι αυτή τίθεται και αίρεται. Ο δάσκαλος αυτό που κάνει είναι να συμμετέχει στη ζωή του σχολείου ετοιμάζοντας μέσα από ένα σχήμα άμορφο – μορφή ή ένα σχήμα επιθυμία – μη κατευθυντικότητα, το επόμενο βήμα της παιδαγωγικής του.7 Ξεκινά με την ανάγνωση των αναγκών των παιδιών, όπως το να μη βαριούνται ή να μην είναι υπάκουο το σώμα τους στο ενδεχόμενο μιας μελλοντικής τιμωρίας και ενσωματώνει σιγά - σιγά τη ζωή με τον τρόπο που τη βάζουν μέσα στο σχολείο οι μαθητές. Στη συνέχεια βλέποντας το αδιέξοδο της επικοινωνίας των μαθητών, καθώς λόγω της θέσης τους στα θρανία δεν μπορούν να συνομιλήσουν, σχηματίζει ομάδες και οδηγεί τα παιδιά στη δυνατότητά τους να ψηφίζουν γι’ αυτά που τα απασχολούν ως θέμα για να διαπραγματευτούν. Τα παιδιά ολοκληρώνουν ένα κύκλο μέσα στη τάξη με την τεχνική του τυπογραφείου, τα δικά τους αναγνωστικά και τη σχολική τους βιβλιοθήκη, όμως η δουλειά του δασκάλου δεν σταματά εδώ. Η αυλή είναι ο χώρος που πραγματοποιεί την πρώτη έξοδο από την τάξη. Σ’ αυτό το χώρο τα παιδιά βιώνουν μια νησίδα ελευθερίας έκφρασης και δημιουργικότητας. συνεχίζοντας την περιέργεια τους και στις αναδυόμενες αντικειμενοποιήσεις της έρευνάς τους. Η δυνατότητα το μάθημα να γίνεται έξω από την τάξη είναι ένα σημαντικό βήμα, με καθοριστικό τον ρόλο των ομάδων και της αυτενέργειας. Η δυνατότητα να μετατρέπουν τον χώρο εκτός τάξης, την κοινότητα αυτή τη φορά, ως πηγή γνώσης, είναι ένα ακόμη κεφάλαιο στην δυνατότητα άσκησης αυτής της παιδαγωγικής. Τα επαγγέλματα των ανθρώπων, για παράδειγμα, γίνονται μια τέτοια πηγή γνώσης κι έτσι η αποσχολειοποίηση [deschooling], αρχιτεκτονική εν πολλοίς, γίνεται η συλλογική δράση των παιδιών. Η δυνατότητά τους επίσης να αλληλογραφήσουν είναι μια ακόμη τεχνική καθώς απελευθερώνεται η σχέση τους με την κοινότητα και συνομιλούν με άλλα σχολεία κι άλλους μαθητές. Η τεχνική της βιβλιοθήκης, όπου καμαρώνουν για τα δικά τους βιβλία, η τεχνική του τυπογραφείου για να φτιάξουν τα πρώτα τους μικρά βιβλία ή εφημερίδες τοίχου, η τεχνική της αλληλογραφίας, το σχολικό συμβούλιο για να αποφασίζουν τις καινούριες δράσεις, ο σχολικός κήπος ή η φύση ως ένα εργαστήρι φυσικών επιστημών, ανοιχτό και προσβάσιμο από τα παιδιά, είναι μερικές από τις τεχνικές που παίρνουν μέρος σ’ αυτό το φιλμ με το χαριτωμένο όνομα «Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται». Τα παιδιά ονειρεύονται, είτε την ουτοπία ενός κόσμου δικού τους με κύριο στοιχείο του την αγάπη, την αλληλεγγύη, τη σχέση τους με τον δάσκαλο και την αλλαγή του κόσμου, είτε την αντιπαράθεση τους με την πολιτική εξουσία που θα τους στερήσει τα όνειρα. Ή ονειρεύονται τη σεξουαλικότητά τους μέσα από την σχέση τους με τον Οιδίποδα. Αυτό είναι το στοιχείο της θεσμικής παιδαγωγικής που απελευθερώνεται μέσα από την παιδαγωγική του Celesten Freinet κι αυτό επεξεργάζονται οι επίγονοί του. Η σύγκρουση με την γονική αυθεντία ή την κοινότητα είναι ένα μέρος αυτής της προβληματικής, η οποία καθορίζει τις αποφάσεις του δασκάλου, είτε του Freinet, είτε όποιου βρεθεί στη θέση του, δασκάλου ή δασκάλας, για το αν θα συνεχίσει και με ποιο τρόπο, το δύσκολο παιδαγωγικό έργο. Αυτή η μορφή του δασκάλου αναπαρίσταται στο φιλμ ως το ακριβές αντίθετο του σχολείου στον νεοφιλελευθερισμό.

Οι γενικές αρχές μιας ιστορικής δυνατότητας να μιλήσουμε για ένα σχολείο του λαού, το οποίο να κινείται πέραν κι ακριβώς στον αντίποδα του νεοφιλελευθερισμού και της κυριαρχίας της οικονομίας, αφορούν την ημερήσια διάταξη, τον λειτουργικό αλφαβητισμό, το σύνολο των δεξιοτήτων κι όχι μόνο τις γνωστικές, την είσοδο της πολιτικής στο σχολείο, τους σχολικούς συνεταιρισμούς και τις ομάδες από την τάξη μέχρι τη συλλογική δράση και τη μετάβαση στην κοινότητα. Στην περίοδο που έχουμε μπροστά μας θα μπορούσαμε να πούμε πως τίθεται το καίριο ζήτημα για το πώς και με ποιο τρόπο θα αξιοποιήσουμε το έργο μιας ριζοσπαστικής παιδαγωγικής στο σχολείο, από τους μικρούς συγγραφείς του Freinet μέχρι τους μικρούς πολίτες του Korczak. Όπως ακριβώς και στο μεσοπόλεμο και τα κατοχικά χρόνια8 που ακολούθησαν, είναι διαφορετικό να δίνεις τη δουλειά σου στον εκσυγχρονισμό και διαφορετικό στην Κυβέρνηση του Βουνού, έτσι και σήμερα, είναι διαφορετικό να έχεις κάνει αξιόλογο παιδαγωγικό έργο τα προηγούμενα χρόνια του εκσυγχρονισμού και διαφορετικό τώρα να δίνεις τη δουλειά σου σε μια κυβέρνηση της αριστεράς. Αίτημά μας είναι τα μικρά σχολεία, η εναλλαγή πρωτευόντων και δευτερευόντων μαθημάτων, η συγκρουσιακή επιστημολογία φυσικών και κοινωνικών επιστημών, η γενίκευση των εργαστηρίων για την σύνδεση της χειρωνακτικής με την πνευματική εργασία, η υιοθέτηση των τεχνικών Freinet και η δημιουργία αναγνωστικών από τα ίδια τα παιδιά, η βιβλιοθήκη, η συλλογική δράση με τον χαρακτήρα της πολιτειότητας [citizenship] και της αριστοτελικής πράξης και φρόνησης, η ιθαγένεια και η υπηκοότητα σε όλα τα παιδιά, η ελεύθερη κυκλοφορία στους χώρους του σχολείου κι έξω από αυτό με βάση το τρίπτυχο τάξη – αυλή – κοινότητα, η παιδαγωγική της αυλής, η υιοθεσία χώρων εκτός του σχολείου, έτσι ώστε το σχολείο να μην είναι ένα μόνο κτίριο οροθετημένο με κάγκελα, οι διαδρομές (πεζή, δημόσιες συγκοινωνίες, ποδήλατα) στη πόλη και η παραγωγή δημόσιας σφαίρας με βάση τα δικαιώματα των παιδιών - και ειδικότερα αυτά της ελευθερίας. Μια παιδαγωγική, όπως αυτή του Janusz Korczak για τα παιδιά - μικρούς πολίτες ή μια κριτική παιδαγωγική, όπως αυτή του Paulo Freire για περισσότερους λογοτέχνες στο σχολείο και κριτική ανάγνωση της ανάγνωσης του κόσμου9 ή μια αντί – οιδιπόδεια παιδαγωγική, όπως των Deleuze και Guattari, των γίγνεσθαι [becoming], ποιητής, γυναίκα, νομάδας, ζώο, αρχιτέκτονας, συγγραφέας, πολίτης, μειοψηφία, ζωγράφος ή παιδί που παίζει με τα κάστρα του.10

Γαλλική ταινία, σκηνοθεσία Ζαν - Πολ Λε Σανουά με τους: Μπερνάρ Μπλιέ, Ζιλιέτ Φαμπέρ (1949). Στην επαρχιακή Γαλλία του μεσοπολέμου, ένας δάσκαλος εφαρμόζει καινούριες, φιλελεύθερες μεθόδους διδασκαλίας, ερχόμενος αντιμέτωπος με τις συντηρητικές αρχές της περιοχής. Η ταινία αποτελεί σημείο αναφοράς μίας μεγάλης περιόδου στην ιστορία του μεταπολεμικού κινηματογράφου. Η επιτυχία της ταινίας έγκειται κυρίως στον τρόπο προσέγγισης των παιδαγωγικών απόψεων του Σελεστέν Φρενέ. Αφηγείται την αρχή της διδασκαλίας του γνωστού παιδαγωγού και τη δημιουργία ανάγκης για μάθηση στους μαθητές. Το 1990, το Συμβούλιο του ΟΗΕ για τον Κινηματογράφο έθεσε υπό την αιγίδα του, «Το Σκασιαρχείο» διότι, όπως αναφέρει, πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο τέχνης το οποίο εικονογραφεί με μοναδικό τρόπο μια από τις πλευρές της Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.

Το να συνεχίζεις να δουλεύεις με την έξοδο των παιδιών στη κοινότητα σημαίνει ότι αφήνεις τα παιδιά να ονειρεύονται. Όλα αυτά όμως σημαίνουν επίσης δυσμενή σχόλια από τους γονείς των παιδιών ή όπως θα λέγαμε με σημερινούς όρους, ο δάσκαλος είναι «καλός» όταν το παιδί συμπληρώνει φωτοτυπίες και κάνει αποκλειστικά τα μαθήματα της PISA και του νεοφιλελευθερισμού - δηλαδή γλώσσα, μαθηματικά και φυσική. Η ανταπάντηση του φιλανδικού συστήματος11 για διαρκή κυκλοφορία στο χώρο και καλύτερες επιδόσεις απ’ αυτές του αγγλοσαξονικού συστήματος, συνδέεται με τις ιδέες του Celesten Freinet. Η καθημερινότητα12 είναι το πεδίο άσκησης αυτής της αναδυόμενης υποκειμενικότητας των παιδιών, στο πλαίσιο της οποίας τα υποκείμενα ενώνουν την θεωρία με την πράξη, τον πολιτισμό με την βεβήλωση του παιχνιδιού, τον παραγωγικό με τον ελεύθερο χρόνο και τις επιστήμες με τις εφαρμογές. Το αίτημα είναι ένα σχολείο της κοινότητας [Community School] που θα ευνοεί τους συνεταιρισμούς, παράδειγμα του οποίου είχαμε μέσα στην κρίση (2010 -) για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η διατροφή είναι κεντρική στο σχολείο, τόσο ως συνεστίαση ή αίθουσα φαγητού, όσο και για παρασκευή της, τον σπιτικό της χαρακτήρα ή ακόμη και για καλλιέργεια των προϊόντων που χρειάζονται, μέσα από ένα πρόγραμμα για σπόρους και φυτέματα. Ο σχολικός κήπος και οι πειραματισμοί στον ελληνικό μεσοπόλεμο γνωρίζουν μια νέα επικαιρότητα.13 Κάτι αντίστοιχο με την παιδαγωγική της χαράς του Σουχομλίνσκι που εμπνεόμενος από τον Janusz Korczak, αντιμετωπίζει το φύτεμα του χωραφιού ως συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.14 Αυτό το σχολείο θα αποτελείται από τα εργαστήρια, θα κάνει χρήση του ποδηλάτου και θα αντιλαμβάνεται τις ήπιες διαδρομές ως πολιτική της ζωής ενάντια στο θάνατο, την πόλη ως εργαστήρι φυσικών και κοινωνικών επιστημών και την αυλή, ως παιχνίδι κι ως χώρο δημοκρατίας και λήψης των αποφάσεων. Αυτό το σχολείο με τον κόσμο σε μικρογραφία, το τυπογραφείο, τη βιβλιοθήκη, το σινεμά, την κοπτική και ραπτική, όπως και την τέχνη του Καραγκιόζη, θα είναι ένα δίκτυο με τις υποστηρικτικές δομές της Πολιτειότητας, του Πολιτισμού και της Υγείας. Κεντρικό σ’ αυτή την αντίληψη είναι το ανοιχτό προς τα έξω σχολείο και η παραγωγή, μέσα από τα υλικά δίκτυα, σθεναρών σχέσεων με πολλούς ενήλικους, οι οποίοι μπορούν να αντικαταστήσουν την απώλεια της αυθεντίας των γονιών και των εκπαιδευτικών.

Elise et Célestin Freinet

Του Χαράλαμπου Μπαλτά. Ο Χαράλαμπος Μπαλτάς είναι δάσκαλος στο 35Ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επιμελείται το σχολικό έντυπο Οι φιλίες των παιδιών (2008/2015). Ήταν συντάκτης στο περιοδικό Στίγμα (2001/2010), αρθρογράφος στο περιοδικό Σύγχρονη Εκπαίδευση (2010/2012) και τώρα δημοσιεύει κείμενα στο περιοδικό Παιδεία και Κοινωνία (2011/2015). Τα σχολικά έτη 2010/2012 ήταν υπεύθυνος Αγωγής Υγείας στην Α΄ Διεύθυνση Π. Ε. Αθηνών.

1 Και οι τρεις μορφές του επιδιωκόμενου νεοφιλελεύθερου σχολείου (2010 – 2014), το ψηφιακό, της δημοκρατίας και το κοινωνικό, δόμησαν τη λογική τους στις κάθετες σχέσεις εξουσίας, στην έξοδο της πολιτικής από το σχολείο, στο κλείσιμο του εκπαιδευτικού στην τάξη, στην ποινικοποίηση της αντιφασιστικής δράσης του και στην αξιολόγησή του. Δες Χαράλαμπος Μπαλτάς, «Ο αντιδραστικός μοντερνισμός στο σχολείο και η παιδική ηλικία.
2 Για μια πρόσφατη μελέτη που αναδεικνύει το ρόλο της παιδαγωγικής του Celesten Freinet, αλλά και του κινήματος του μοντέρνου σχολείου γενικότερα που υπερασπίζεται τα μικρά σχολεία, δες Χρήστου Δ. Τουρτούρα, «Παιδαγωγικός προβληματισμός και αντίσταση σε εκπαιδευτικές πολιτικές αντιπαιδαγωγικού προσανατολισμού», περιοδικό Θέματα Παιδείας, τχ. 51 – 52, 2014, σελ. 44 – 63.
3 Χαράλαμπος Μπαλτάς, «Η λογική των δικτύων στην εκπαίδευση: Πολιτειότητα, δημόσια σφαίρα, καθημερινότητα και μετασχηματισμός του καθημερινού», περιοδικό Σύγχρονη Εκπαίδευση, τχ. 162, Ιούνιος – Σεπτέμβριος 2010, σελ. 21 – 37.
4 Η τοπικότητα, όπως υποστηρίζει ο Arjun Appandurai, είναι ένα εύθραυστο επίτευγμα και επικεντρώνεται στη παραγωγή της τοπικότητας ως φαινομενολογικής εμπρόθετης δράσης των υποκειμένων, ακριβώς για να δείξει ότι δεν είναι θετικιστικά έτοιμη και μας περιμένει. Δες Arjun Appandurai, Νεωτερικότητα χωρίς σύνορα, Πολιτισμικές διαστάσεις της παγκοσμιοποίησης, μετάφραση Κώστας Αθανασίου, επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, σελ. 245 – 258.
5 Ο υποτιτλισμός, η υποστήριξη και η προβολή της ταινίας είναι της παιδαγωγικής ομάδας «Το Σκασιαρχείο – Πειραματικοί ψηλαφισμοί για ένα σχολείο της κοινότητας».
6 Στην προβληματική του Celesten Freinet, ο χώρος που υλοποιούνται οι τεχνικές είναι εν πολλοίς το σχολείο, καθώς έχουμε το κομμουνιστικό αίτημα σύνδεσης της πνευματικής με την χειρωνακτική εργασία. Όμως σήμερα το σχολείο της κοινότητας θέτει νέα ζητήματα για τον χώρο και για το πώς εκλαμβάνουμε το ανοιχτό σχολείο. Δες Δημήτρης Γερμανός, Οι τοίχοι της γνώσης, Σχολικός χώρος και εκπαίδευση, Gutenberg, Αθήνα 2002, σελ. 162 – 173.
7 Στην προβληματική του Celesten Freinet, αλλά και σε όλες τις θεωρίες που συγκρούονται με την αναπαραγωγή του σχολικού μηχανισμού, η φιγούρα του δασκάλου είναι κεντρική για την πολιτισμική ενδυνάμωση των παιδιών. Όμως στο πλαίσιο της θεσμικής παιδαγωγικής αυτός ο ρόλος αρχίζει και περιορίζεται, όπως για παράδειγμα στις αναλύσεις που κάνει ένας από τους επιγόνους του Freinet, ο M. Lobrot. Δες Jean Vial, «Εξέταση των παιδαγωγικών μεθόδων από την κοινωνική σκοπιά», μετάφραση Γιώργος Παπαγεωργίου, στο Maurice Debesse - Gaston Mialaret, Οι Παιδαγωγικές Επιστήμες, Γ. Α. Βασδέκης, προλεγόμενα Χρήστος Φράγκος, τ. 6, Δίπτυχο, Αθήνα 1985, σελ. 397 – 433.
8 Μια τέτοια περίπτωση είναι για παράδειγμα το έργο της Ρόζας Ιμβριώτη, του Δημήτρη Γληνού, του Παναγή Δημητράτου, του Αλέξανδρου Σβώλου ή του Μιχάλη Παπαμαύρου. Δες για παράδειγμα τα αναγνωστικά της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), Ρόζα Ιμβριώτη (επιμέλεια), Το αναγνωστικό του ΕΑΜ, Τα αετόπουλα, αναγνωστικό γ΄ και δ΄ δημοτικού, ΠΕΕΑ, 1944. Επίσης Μιχάλης Παπαμαύρος (επιμέλεια), Ελεύθερη Ελλάδα, αναγνωστικό ε΄ και στ΄ δημοτικού, ΠΕΕΑ, 1944 και Μιχάλης Παπαμαύρος, Μεγάλα Χρόνια, Το αναγνωστικό της φυλακής, ανακοίνωση – εισαγωγή Χάρης Σακελλαρίου, Κάδμος, Αθήνα 1989. Πάνω σ’ αυτά τα αναγνωστικά, αλλά με τη μεθοδολογία του Celesten Freinet, στηρίχθηκε η ιδέα έκδοσης του αναγνωστικού, με κείμενα του Παναγή Δημητράτου, Οι φιλίες των παιδιών (2014), το οποίο απορρίφθηκε από την διοίκηση της προηγούμενης περιόδου. Δες Χαράλαμπος Μπαλτάς (επιμέλεια), Οι φιλίες των παιδιών, εικονογράφηση Ελισάβετ Παντελιάδου, επίμετρο Γιάνους Κόρτσακ, Αθήνα 2014.
9 Δες Paulo Freire, Δέκα επιστολές προς εκείνους που τολμούν να διδάσκουν, μετάφραση Μανόλης Νταμπαράκης, Επιμέλεια – πρόλογος – θεώρηση Τάσος Λιάμπας, Επίκεντρο, Αθήνα 2009, σελ. 97 – 129.
10 Όπως και το γίγνεσθαι - φασίστας ή γίγνεσθαι – πλειοψηφία ως αντίπαλη πραγματικότητα με την οποία ερχόμαστε σε ρήξη. Δες Ζυλ Ντελέζ – Τόνι Νέγκρι, «Γίγνεσθαι και έλεγχος», μετάφραση Λεωνίδας Μαρσιανός, περιοδικό Πανοπτικόν, τχ.5, Μάιος 2003, σελ. 12 – 22. 11 Γιώργος Δελαστίκ, «Το φιλανδικό θαύμα στην παιδεία», εφημερίδα Ημερησία, 15/5/2009.
12 Η καθημερινότητα συσχετίζεται με το έργο του εκπαιδευτικού, καθώς ο ίδιος και τα παιδιά είναι αντιμέτωποι με τη σχολική ρουτίνα και τη διάσπαση χώρου και χρόνου. Το επαναστατικό αίτημα του αιώνα που μας πέρασε αφορούσε τη σχέση με το χρόνο και την ενότητα στη καθημερινότητα της θεωρίας με την πράξη. Δες John Roberts, Για μια φιλοσοφία της καθημερινής ζωής, μετάφραση Γιώργος Καράμπελας – Μπάμπης Μπαλτάς, Futura, Αθήνα 2003.
13 Δες τους πρώτους πειραματισμούς για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης του 1929 στον ελληνικό μεσοπόλεμο από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο στο βιβλίο, Δημήτρης Γ. Παναγιωτόπουλος, Γεωργική Εκπαίδευση και Ανάπτυξη, Η Ανώτατη Γεωπονική Σχολή Αθηνών στην ελληνική κοινωνία (1920 – 1960), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σελ. 69 – 73.
14 Πρόκειται για το διάσημο Σχολείο της Χαράς του Παβλίς στην Ουκρανία. Δες Ελένη Παπαδοπούλου, Β. Σουχομλίνσκι: Το ‘σχολείο της χαράς’. Εφαρμογές μιας ανθρωπιστικής παιδείας, Αδελφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 65 – 66.
15 Δες Γιώργος Λεχουρίτης, «Η ριζοσπαστική προσέγγιση του Πάουλο Φρέιρε και η Αριστερά του 21ου αιώνα».[www.left.gr]. Επίσης δες Μαρία Νικολακάκη, «Η κριτική παιδαγωγική στον νέο μεσαίωνα: προκλήσεις και δυνατότητες», στο Μαρία Νικολακάκη (επιμέλεια), Η κριτική παιδαγωγική στο νέο μεσαίωνα, μετάφραση Αγάπη Δενδάκη, Νίκος Πατέλης, Σιδέρης, Αθήνα 2011, σελ. 53 – 59.
16 Δες J. Ranciere, «Πολιτική δημοκρατία, χειραφέτηση» συνέντευξη του Ζ. Ρ. στη Βίκυ Ιακώβου, στο J. Ranciere, Το μίσος για τη δημοκρατία, μετάφραση – επίμετρο Βίκυ Ιακώβου, Πεδίο, Αθήνα 2009, σελ. 135 – 158. Επίσης J. Ranciere, Ο αδαής δάσκαλος, μετάφραση Δάφνη Μπονάνου, Νήσος, Αθήνα 2008.
17 Δες H. –G. Gadamer, Ο Λόγος στην εποχή της επιστήμης, μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου, Νήσος, Αθήνα 1997, σελ. 79 – 97. 18 Για το πώς η αλλαγή παιδαγωγικής σηματοδοτεί και αλλαγή του κοινωνικού σχηματισμού δες τον πρόλογο του Christian De Montlibert και την εισαγωγή του Maurice Halbwachs στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του Emile Durkheim, Η εξέλιξη της παιδαγωγικής σκέψης, μετάφραση Ηλίας Αθανασιάδης, επιμέλεια Γιώργος Καράμπελας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, σελ. 9 – 43.

Από εδώ μπορείτε να κατεβάσετε σε μορφή PDF το δυσεύρετο βιβλίο του Σελεστέν Φρενέ, Το σχολείο του Λαού.