Arts Universe and Philology

Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Αρχαία αγάλματα και θραύσματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων αναζητεί σύγχρονη έρευνα, Return to Antikythera: Divers revisit wreck where ancient computer found


The Cosmos on the front of the Antikythera Mechanism. Computer model generated in the 3D animation software, Newtek Lightwave. The central dials display Sun, Moon and all five planets, with graduated rings for the zodiac and the Egyptian calendar months. Above and below these dials are the Parapegma inscriptions, listing dates of appearances and disappearances of the stars. The form of this display is conjectural, based on the Back Cover Inscription. ©2011 Tony Freeth, Images First Ltd.

Αρχαία αγάλματα αλλά και θραύσματα του περίφημου Μηχανισμού των Αντικυθήρων αναζητεί στον βυθό των Αντικυθήρων, όπου βρίσκεται το περίφημο ναυάγιο του 1ου π.Χ. αιώνα, το Ωκεανογραφικό Ινστιτούτο Woods Hole της Μασαχουσέτης σε συνεργασία με την ελληνική Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων.

Έτσι, εφοδιασμένοι με την πιο σύγχρονη τεχνολογία κατάδυσης, οι Έλληνες και ξένοι επιστήμονες υπό τον Μπρένταν Φόλεϊ και με συνεργάτη τον Θεοτόκη Θεοδούλου της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων επιστρέφουν στη θέση, από όπου πρώτοι οι Σύμιοι σφουγγαράδες ανέλκυσαν το 1901 τα περίφημα χάλκινα αγάλματα, που κοσμούν σήμερα το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Τον εκπληκτικό Έφηβο των Αντικυθήρων, τη χάλκινη κεφαλή φιλοσόφου, μαρμάρινα αγάλματα, κοσμήματα, έπιπλα, όπλα, σκεύη, παντός είδους αγγεία και βεβαίως τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων, ένα πολύπλοκο επιστημονικό όργανο που έχει χαρακτηρισθεί ως ο πρώτος υπολογιστής του κόσμου, το μοναδικό τεκμήριο μιας τεχνολογίας που παρέμενε χαμένη επί χιλιετίες. Ευτυχή σύμπτωση μάλιστα αποτελεί η μεγάλη περιοδική έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού, που γίνεται αυτή την εποχή με θέμα ακριβώς «Το ναυάγιο των Αντικυθήρων».

Η ομάδα άρχισε έρευνα διάρκειας τριών εβδομάδων με στόχο να εξετασθεί διεξοδικά η θέση του ναυαγίου, ώστε να υπάρξει οριστική απάντηση στο ερώτημα, αν έχει απομείνει κάτι από το ίδιο και κυρίως από το φορτίο του. Το ναυάγιο βρίσκεται σε βάθος 60 μέτρων σε ένα δυσπρόσιτο μέρος, ανάμεσα σε βράχια και σε διαρκώς ταραγμένα νερά. Η έρευνα όμως τώρα θα πρέπει να επεκταθεί και στην πλαγιά του παρακείμενου θαλάσσιου βαράθρου, βάθους 70 μέτρων και πλέον, όπου θεωρείται, ότι μπορεί να κατέληξαν αντικείμενα από το ναυάγιο.

Οι αρχαιολόγοι ελπίζουν σε πολλά από αυτή την έρευνα. Κατ΄ αρχάς περιμένουν την επιβεβαίωση των διηγήσεων των πρώτων δυτών, σύμφωνα με τις οποίες κάποια αγάλματα δεν κατέστη δυνατόν να ανελκυσθούν, γιατί κατρακύλησαν στο βάραθρο. Επιπλέον αναμένουν ότι τα αντικείμενα που ενδεχομένως εντοπισθούν, θα δώσουν περισσότερες πληροφορίες για την προέλευση ή τον ιδιοκτήτη του πλοίου. Και ακόμη, ότι ι μπορεί να βρεθούν ελλείποντα κομμάτια του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, τα οποία ίσως είναι ακόμη στο βυθό. Μία πολύ αισιόδοξη προοπτική βεβαίως, που θα προκαλέσει επανάσταση στην μελέτη του, η οποία είναι σε εξέλιξη από επιστήμονες, Έλληνες και ξένους.

Για να αντιμετωπίσει πάντως τα μεγάλα βάθη η ομάδα χρησιμοποιεί αναπνευστικές συσκευές κλειστού κυκλώματος, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να ανακυκλώνουν το αχρησιμοποίητο οξυγόνο κάθε ανάσας που παίρνει ο δύτης επιτρέποντάς του έτσι να παραμένει για περισσότερη ώρα στο βυθό. Η ομάδα του Φόλεϊ θα πραγματοποιήσει επίσης υποβρύχιες έρευνες σε όλη την περίμετρο του νησιού, καλύπτοντας περίπου 17 ναυτικά μίλια με τη χρήση προωστήρων τύπου Τζέιμς Μποντ(!) ώστε να κινείται πιο γρήγορα.

Σ΄ αυτή την «περιοδεία» ο Φόλεϊ ελπίζει, ότι οι έρευνες θα αποκαλύψουν μια ολόκληρη ομάδα άγνωστων ως τώρα ναυαγίων. Άλλωστε σε μία διήμερη αναγνωριστική έρευνα που έγινε τον περασμένο Ιούνιο, ανακάλυψε το ναυάγιο ενός βρετανικού πολεμικού πλοίου, του HMS Nautilus, το οποίο είχε χαθεί το 1807 αλλά και ένα σύνολο από αρχαίες άγκυρες, κεραμική καθώς και ένα ναυτικό όπλο του 19ου αιώνα.

Η πυκνότητα των ναυαγίων στην περιοχή δεν είναι περίεργη, δεδομένου ότι το νησί των Αντικυθήρων βρίσκεται στο μέσον ενός πολυσύχναστου ναυτικού δρόμου για τα αρχαία εμπορικά πλοία. Πρόκειται όμως για ένα δύσκολο και βραχώδες πέρασμα με θυελλώδεις ανέμους, έτσι πολλά πλοία βυθίζονταν στην προσπάθειά τους να το περάσουν. Δεν είναι παράξενο εξάλλου, που στους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν κέντρο πειρατών. Οι πιθανότητες λοιπόν να υπάρχουν και άλλα ναυάγια από όλες τις ιστορικές περιόδους είναι μεγάλες. Σημαντικό μάλιστα είναι, ότι λόγω ακριβώς της δυσκολίας κατάδυσης στο συγκεκριμένο σημείο, η περιοχή του ναυαγίου δεν θα έχει λεηλατηθεί από αρχαιοκαπήλους, άρα τα ναυάγια που ίσως βρίσκονται στο βυθό θα είναι άθικτα.

Όπως είναι γνωστό το ναυάγιο εντοπίσθηκε το 1900 και οι σφουγγαράδες που ανέσυραν το φορτίο του, έχοντας μικρή επίγνωση των κινδύνων της κατάδυσης σε τέτοιο βάθος είχαν σοβαρές επιπτώσεις, παρά τις ογκώδεις μεταλλικές στολές τους. Όταν εγκατέλειψαν λοιπόν την προσπάθεια δύο από αυτούς ήταν παράλυτοι από τη νόσο των δυτών και ένας ήταν νεκρός. Ακόμη και οι δύτες του διάσημου ερευνητή Ζακ Υβ Κουστώ που επιχείρησαν κατάδυση πολύ αργότερα, το 1978 ανασύροντας μερικά πολύτιμα, μικρότερα αντικείμενα, παρά την άρτια καταδυτική εξάρτηση της εποχής τους έμειναν μερικά λεπτά μόνον στο σημείο του ναυαγίου για να μη κινδυνεύσουν από τη νόσο των δυτών.

Κατά τον Φόλεϊ πάντως, το πλοίο των Αντικυθήρων με το πολύτιμο φορτίο του δεν θα πρέπει να ταξίδευε μόνο του. Έτσι, ίσως ναυάγησαν μαζί του και άλλα πλοία του ίδιου στόλου. Οι υποθέσεις όμως, ότι μπορεί αυτά τα πλοία να είχαν στο φορτίο τους κι έναν άλλο Μηχανισμό είναι τόσο παρακινδυνευμένες, που αγγίζουν τη σφαίρα του θαύματος.

Γεμάτος γρανάζια, καντράν και επιγραφές (στα ελληνικά βεβαίως) ο Μηχανισμός αποτέλεσε για περισσότερο από έναν αιώνα το μεγάλο μυστήριο της τεχνολογίας. Για την αποκωδικοποίηση του τρόπου λειτουργίας των σκουριασμένων θραυσμάτων του χρειάστηκαν ακτίνες Χ και σάρωση από αξονικό τομογράφο, προκειμένου να καταλήξουν οι επιστήμονες, ότι βρίσκονται μπροστά σε έναν πολύπλοκο ωρολογιακό μηχανισμό, που χρησιμοποιούνταν για να υπολογίζει τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων και των πλανητών στο στερέωμα. Είχε δείκτες με τη βοήθεια των οποίων μπορούσαν να αναπαραστήσουν τις θέσεις του ηλίου, της σελήνης και των πλανητών στον ουρανό, καθώς και ένα αστρολογικό ημερολόγιο. Επίσης μπορούσαν να προβλέψουν τις εκλείψεις και να προσδιορίσουν τον χρόνο τέλεσης αθλητικών αγώνων, όπως οι Ολυμπιακοί. Πρόκειται εν τέλει για ένα εντυπωσιακό τεχνολογικό επίτευγμα, παρόμοιο του οποίου  -έστω και κατ΄ ελάχιστο-  θα μπορούσε να θεωρηθεί μόνον το ρολόι, αλλά τουλάχιστον χίλια χρόνια αργότερα.


Πάουλ Κλέε: Πρωτότυπος και Στοχαστής. Paul Klee: Original and Thinker

O Πάουλ Κλέε (Paul Klee) ήταν ελβετός ζωγράφος της αφηρημένης τέχνης, από τους πιο πρωτότυπους του 20ου αιώνα και από τους σημαντικότερους στοχαστές σε θέματα τέχνης. Τα έργα του, με τον παράδοξο πικτογραφικό χαρακτήρα τους και τη γραμμική ελευθερία, θυμίζουν μερικές φορές την παιδική τέχνη. Ο ίδιος χαρακτήριζε τη ζωγραφική του ως «αφηρημένη τέχνη με αναμνήσεις». Paul Klee, Ad Parnassum, 1932, Oil on canvas, 100 x 126 cm. Kunstmuseum, Bern.

Τα εξωτερικά στοιχεία της ζωής ενός καλλιτέχνη μπορούν να δηλώσουν αρκετά για το χαρακτήρα της δημιουργίας του. Εφόσον ισχύει αυτή η δήλωσή του, τότε ο Paul Klee (1879 - 1940) ήδη μας δίνει το δείγμα όσων θα ακολουθήσουν. Συνεπής, στοχαστικός, συνδυαστής φιλοσοφίας και μουσικής, εργασιομανής και τολμηρός, αναλυτικός όσο λίγοι δημιουργεί τη δική του πραγματικότητα: «Η ζωή και η φύση είναι οι ρίζες ενός δέντρου, ο καλλιτέχνης είναι ο κορμός, το έργο τέχνης η κορυφή του. Όπως ακριβώς η κορυφή δεν έχει καμία σχέση με τις ρίζες έτσι και το έργο τέχνης δεν μπορεί να αναπαράγει τη φυσική τάξη. Ο καλλιτέχνης – κορμός δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να συγκεντρώνει και να μεταφέρει όσα αντλεί από το σκοτεινό βάθος

HUGO ERFURTH, Πορτραίτο του Paul Klee, 1922, Photo: Georges Meguerditchian/CentrePompidou, MNAM-CCI/Dist. RMN-GP© Adagp, Paris 2016.

Ο Γερμανοελβετός ζωγράφος γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1879 στο Μίνχενμπουχζε, κοντά στη Βέρνη. Με πατέρα μουσικό και μητέρα με σπουδές στο τραγούδι, ήρθε από πολύ μικρή ηλικία σε επαφή με την τέχνη. Σε ηλικία 11 ετών άρχισε να παίζει βιολί, ενώ δεν άργησε να φανεί και το ταλέντο του στη ζωγραφική, αν και οι γονείς του δεν τον ενθάρρυναν. Αποφασίζει να ασχοληθεί με τη ζωγραφική και γράφει στο ημερολόγιό του: «Θα είχα παρατήσει το σχολείο ευχαρίστως έναν χρόνο πριν αποφοιτήσω, αλλά έμεινα για χάρη των γονιών μου [...] Δεν ήθελα να κάνω τίποτε άλλο παρά να ζωγραφίζω και να γράφω, ό,τι μου είχαν απαγορεύσει δηλαδή». Το 1898 μετακομίζει στο Μόναχο, αλλά δεν γίνεται δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών – παραμένει όμως και σπουδάζει σχέδιο για τρία χρόνια στην ιδιωτική σχολή του Χάινριχ Κνιρ. Το 1900 γίνεται δεκτός στην τάξη του Γερμανού ζωγράφου Φραντς φον Στουκ στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, έπειτα από λίγο καιρό όμως εγκαταλείπει το μάθημά του.

Paul Klee, Ohne Titel (Zwei Fische, ein Angelhaken, ein Wurm), 1901.

Paul Klee, Der Held mit dem Flügel, 1905.

Paul Klee, Verkommenes Paar, 1905.

Το 1901 επισκέπτεται τη Νάπολη και τη Φλωρεντία και μελετά το έργο των Ιταλών ζωγράφων. Επιστρέφει στη Βέρνη και παρακολουθεί μαθήματα ανατομίας για καλλιτέχνες και ζωγραφικής. Τον Ιούλιο του 1903 αρχίζει να επεξεργάζεται μία σειρά χαρακτικών με τον γενικό τίτλο «Επινοήσεις», τα οποία παρουσιάζονται δημόσια στην έκθεση της «Απόσχισης του Μονάχου», τον Ιούνιο του 1906. Την ίδια χρονιά παντρεύεται την πιανίστα Λίλι Στουμπφ και λίγους μήνες αργότερα αποκτούν τον γιο τους, Φέλιξ, του οποίου την ανατροφή αναλαμβάνει ο Κλέε, αφήνοντας τη ζωγραφική σε δεύτερη μοίρα.

Το 1914 ο Πάουλ Κλέε δυσκολευόταν να ζωγραφίσει. Του έλλειπε η αυτοπεποίθηση και δεν εμπιστευόταν την ικανότητά του ως κολορίστα, γι’ αυτό και τα περισσότερα έργα του ως εκείνη τη χρονιά ήταν ασπρόμαυρα. Τον Απρίλιο του 1914 όμως ταξίδεψε στην Τυνησία κι εντυπωσιάστηκε από το τοπίο τόσο πολύ που άρχισε να ζωγραφίζει χρησιμοποιώντας έντονα χρώματα. Οι υδατογραφίες που φιλοτέχνησε στην Τυνησία θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτέλεσαν τη βάση για τον χειρισμό του χρώματος σ’ όλη τη μετέπειτα ζωγραφική του. Paul Klee, Maisons rouges et jaunes à Tunis, 1914.


Μεγάλος σταθμός της ζωής του θα γίνει ένα ταξίδι στην Τυνησία όπου ο αφρικανικός ήλιος και τα γήινα χρώματα τον συναρπάζουν. Η ρυθμική σύνταξη των κυβικών λευκών σπιτιών, η καθαρότητα του χρώματος φαίνεται έγιναν το κλειδί για να δηλώσει: «Το χρώμα με έχει κατακτήσει, με έχει δικό του για πάντα, το ξέρω. Εγώ και το χρώμα είμαστε ένα. Είμαι ζωγράφος.»… “Η τέχνη δεν αναπαράγει κάτι ορατό, αλλά κάνει ορατό κάτι που μέχρι τώρα δεν ήταν.”  Paul Klee, Vor den Toren von Kairouan, 1914.

Το 1910 γνωρίζεται με τον Καντίνσκι και τον Φραντς Μαρκ και συνεργάζεται με το κίνημα του Γαλάζιου Καβαλάρη. Ασχολείται όλο και περισσότερο με το χρώμα και λέει χαρακτηριστικά: «Με περιμένει ένας μακρύς αγώνας σε αυτό το πεδίο του χρώματος, έτσι ώστε να φτάσω στον μακρινό, ευγενή μου στόχο». Το ταξίδι του στην Τυνησία τον Απρίλιο του 1914 τον μαγεύει και κατά τη διάρκειά του συνεχίζει να πειραματίζεται με τη χρήση των χρωμάτων. Στις 16 Απριλίου ολοκληρώνει το έργο του «Μπροστά στις πύλες του Καϊρουάν» και γράφει στο ημερολόγιό του: «Το χρώμα κι εγώ είμαστε ένα. Είμαι ζωγράφος». Ο Κλέε αρχίζει να εμβαθύνει στην αφαίρεση και τα έργα του αποτελούνται πλέον από γεωμετρικά σχήματα χρωματισμένα. «Όσο πιο τρομακτικός γίνεται ο κόσμος, τόσο η τέχνη γίνεται πιο αφηρημένη, ενώ ένας ειρηνικός κόσμος παράγει ρεαλιστική τέχνη» θα πει.

Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, ο ψυχισμός του επηρεάστηκε έντονα από το θάνατο στα πεδία των μαχών των φίλων του ζωγράφων Αουγκούστ Μάκε (1914) και Φραντς Μαρκ (1916). Paul Klee as a soldier, 1916.

Καλείται στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο να υπηρετήσει στην αεροπορία εδάφους βάφοντας τα γερμανικά αεροπλάνα, ήδη όμως ο γιος του Felix έχει δώσει άλλες διαστάσεις στο πνεύμα και τις προτεραιότητές του. Αρχικά υπερασπίστηκε τον πόλεμο σύντομα όμως τον σπάραξε η οδύνη. Θυμήθηκε τις μαρτυρίες του Ηροδότου όπου μόνον ένας ανόητος θέλει τον πόλεμο αφού ενώ κατά την ειρήνη τα παιδιά θάβουν τους γονείς τους, στον πόλεμο οι γονείς θάβουν τα παιδιά τους. Paul Klee, City of Tombs or City of Graves, 1914.

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος πλησιάζει και ο Κλέε τον βλέπει ως λύση, θεωρώντας ότι η Γερμανία θα επικρατήσει γρήγορα. «Η εθνική ανάταση θα μας εξασφαλίσει ξανά τα μέσα (το χρήμα και την εύνοια από τους προστάτες των τεχνών) που έχουμε τόσο στερηθεί τα τελευταία χρόνια» γράφει στον Καντίνσκι. Θα χάσει δυο αγαπημένους φίλους και θα αναθεωρήσει, ενώ ο πόλεμος θα κυριαρχήσει σε μια σειρά έργων που θα ολοκληρώσει το 1914 και το 1915. 

Paul Klee, Vorführung des Wunders, 1916.

Paul Klee, Angelus novus, 1920, The Israel Museum, Jérusalem.

Paul Klee, Landschaft bei E. (in Bayern), 1921.

Δίδαξε στο ανατρεπτικό Bauhaus, και ενθουσίαζε τους μαθητές του με τον τρόπο που προσέγγιζε τη φύση. Οι ναζί των θεώρησαν εκφυλισμένο αλλά δεν το έβαλε κάτω, και κυρίως, δεν άλλαξε ρότα. Παρέμεινε ο άνθρωπος που γνώριζε καλά τι είναι μέρα και νύχτα, ουρανός θάλασσα και αέρας. Ίσως είναι ο πρώτος καλλιτέχνης που διείσδυσε στην περιοχή του υποσυνείδητου, αρμονικά με τους Σουρεαλιστές φίλους του, αλλά (σε αντίθεση με εκείνους) χωρίς να αποκολλάται από την καθοδήγηση του νου. Paul Klee, Bild aus dem Boudoir, 1922.

Το 1920, ο διευθυντής της σχολής του Μπαουχάους, Βάλτερ Γκρόπιους, προτείνει στον Κλέε να διδάξει στη σχολή της Βαϊμάρης. Θα παραμείνει εκεί δέκα χρόνια σχεδόν και στη συνέχεια θα διδάξει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ. Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού, διαγράφεται από την Ακαδημία, καθώς ο νόμος απέκλειε από τις δημόσιες υπηρεσίες και θέσεις όσους δεν ανήκαν στην Άρια Φυλή.

Paul Klee, (Jugendlicher) Schauspieler=Maske, 1924, The Museum of Modern Art, New York The Sidney and Harriet Janis Collection© 2016. Digital Image, The Museum of Modern Art, New York/Scala, Florence.

Paul Klee, Von der Liste gestrichen, 1933.

Απαντά με την αυτοπροσωπογραφία «Von der Liste gestrichen» (Διαγραμμένος από τη λίστα), όπου ξεχωρίζει ένα μεγάλο X στο αριστερό μέρος του κεφαλιού. Οι ναζί θεωρούν την τέχνη του εκφυλισμένη και υπάρχουν φήμες πως είναι Εβραίος, οπότε αναγκάζεται να επιστρέψει στη Βέρνη.

Paul Klee, Der Schöpfer, 1934.

Paul Klee, Dame Daemon, 1935.

Paul Klee, Insula dulcamara, 1938.

Paul Klee, Tänze vor Angst, 1938.

Δύο χρόνια αργότερα διαπιστώνεται πως πάσχει από σκληροδερμία – μια σπάνια και θανατηφόρα ασθένεια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζωγραφίζει ασταμάτητα.

Δημιουργημένη όταν ο φασισμός βρισκόταν σε άνοδο στην Ευρώπη, η εικόνα των επαναστατικών καμάρων που ξεφεύγουν από τη συμμόρφωση μιας οδογέφυρας προκαλεί δημόσια διαφωνία, ενώ παράλληλα προωθεί την ατομικότητα. Είναι μια επιπόλαιη αλλά δυσοίωνη αναφορά στη μονολιθική ναζιστική αρχιτεκτονική του Άλμπερτ Σπέερ, καθώς και στην επίσημη σοβιετική απεικόνιση των εργατών που βαδίζουν προς τα εμπρός ομόφωνα. Paul Klee,  Revolution of the Viaduct, 1937.

Από τα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου είναι η «Εξέγερση του υδραγωγείου» (1937) που θεωρείται ιστορικό έργο, καθώς με αυτό ο Κλέε συμβάλλει στον αγώνα κατά του φασισμού. Την ίδια χρονιά το ναζιστικό καθεστώς διοργανώνει έκθεση «Παρακμιακής Τέχνης», η οποία συμπεριλαμβάνει 17 έργα του.

Paul Klee, Übermut, 1939.

Paul Klee, La Belle jardinière, 1939.

Paul Klee, Liebeslied bei Neumond, 1939.

Πάουλ Κλέε, Θάνατος και φωτιά, 1940, Βέρνη, Zentrum Paul Klee.

Έπειτα από 5 χρόνια συνεχούς διαμονής στην Ελβετία, το 1939 υποβάλλει αίτηση για να αποκτήσει ελβετική υπηκοότητα. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει λόγω των πολιτισμικών και πολιτικών προεκτάσεων του έργου του, η αίτηση γίνεται δεκτή, δεν προλαβαίνει ωστόσο να γίνει δημότης Βέρνης, όπως επιθυμούσε, καθώς πεθαίνει στο Τιτσίνο της Ιταλίας όπου βρισκόταν για θεραπεία, στις 29 Ιουνίου του 1940. Η τέφρα του θα μεταφερθεί στη Βέρνη το 1946 και ο γιος του Φέλιξ θα ζητήσει να χαραχθούν στον τάφο του τα λόγια του: «Δεν περιορίζομαι στο εδώ και τώρα, ανήκω τόσο στους νεκρούς όσο και στους αγέννητους. Πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας από τους περισσότερους, όχι όμως και αρκετά κοντά ακόμη».

Πάουλ Κλέε, Μάγισσες του δάσους, 1938, Riehen (Ελβετία), Fondation Beyeler.

Μολονότι ο Κλέε ουδέποτε εντάχθηκε σε σχολή ή κίνημα (πέραν των χαλαρών δεσμών του με τον «Γαλάζιο Καβαλάρη»), επηρέασε τις περισσότερες καλλιτεχνικές τάσεις που χαρακτήρισαν την πρωτοπορία του 20ού αιώνα. Χωρίς να είναι ούτε παραστατικός, ούτε ανεικονικός, αλλά με τη δική του ενδοσκοπική, «χαμηλόφωνη», ιδιότυπη προσέγγιση, μας άφησε περισσότερους από 9.000 πίνακες, σχέδια και υδατογραφίες, τεκμήρια της εξαντλητικής του αφοσίωσης στο προσωπικό του όραμα. Το έργο του διακρίνεται για την εξαιρετική ευαισθησία του χρώματος, της γραμμής και της υφής του και είναι συχνά εμπλουτισμένο με φαντασία και χιούμορ.

Πάουλ Κλέε, Χειροποίητη μαριονέτα χωρίς τίτλο (αυτοπροσωπογραφία), 1922, Zentrum Paul Klee.

Ήθελε να πεθάνει χωρίς να βιώσει έναν ακόμη παγκόσμιο πόλεμο και το πέτυχε. Η θανατηφόρα σκληροδερμία όμως δεν τον πτόησε εργασιακά. Με απίστευτη μανία άφησε περίπου 9.000 έργα πολλά εκ των οποίων την ύστερη περίοδό του. Εντούτοις είναι ολοφάνερο πως από την ασθένεια επηρεάζεται ψυχικά και τα έργα του γίνονται αλληγορίες, ερωτηματικά ζωής και θανάτου, ο φόβος έρχεται και ξανάρχεται στους τίτλους των έργων του. Πίστευε πως ο θάνατος είναι απλώς ένα πέρασμα στην απέναντι όχθη, Πολλά από τα έργα του δείχνουν προς εκείνη τη κατεύθυνση και λένε: Έφτασε η ώρα. Τελικά δεν ήταν απλώς ζωγράφος, αλλά ένας ερευνητής της φύσης, ένας ποιητής. Είδε το αόρατο, άκουσε τη σιωπή, ένιωσε την κίνηση των πραγμάτων καθώς μεγαλώνουν.

"Klee's studies in the related fields of natural history, comparative anatomy and anthropology had brought Klee to the belief that nature was characterized by the permutation and movement of fundamental units of construction. He wanted to achieve an equivalent way of working in painting. In addition to his interest in the natural world. Klee also turned to theories of both color and music. As he worked on the basis of units of construction taken from nature, Klee tried to create linear improvisations which he likened to the melody of the work. Klee evolved a system of color organization in which all the colors of the spectrum were conceived of as moving around a central axis dominated by the three pigmentary colors - red, yellow and blue."

Cat and Bird, 1928. Oil and ink on gessoed canvas, mounted on wood, 15 x 21" (38.1 x 53.2 cm). The Museum of Modern Art, MoMA, New York.

"From 1923 Klee created a series of imaginative color constructions which he called 'magic squares' in which he applied his theories. This series came to a conclusion in 1932 with Ad Parnassum. Klee likened each element in the painting to a theme in a polyphonic composition. He defined polyphony as 'the simultaneity of several independent themes'. In addition. each artistic element in Ad Parnassum is itself a distillation of several ideas and personal experiences. For example. the graphic element illustrates the gate to Mount Parnassus. the home of Apollo and the Muses, and also may refer to the Pyramids which Klee saw in 1928, and to a mountain near Klee's home."

From "Techniques of the Great Masters of Art".

 

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Του έρωτα και του θανάτου

Η Αφροδίτη του έρωτα και του θανάτου: «Η Αφροδίτη αποσανδαλίζουσα» επιγράφεται το αγαλματίδιο (βρέθηκε σε τάφο του 4ου αιώνα π.Χ. στην Πέλλα). «Η Αφροδίτη ήταν κατ' εξοχήν θεά των νεκρών» διευκρινίζει η επίτιμος έφορος της ΙΖ' Εφορείας Κλασικών Αρχαιοτήτων της περιοχής και επί 30 χρόνια εκ των ανασκαφέων της, κ. Ακαμάτη. Αγαλματίδια της θεάς Αφροδίτης βρέθηκαν δεκάδες σε τάφους γυναικών και ανδρών όλων των εποχών στην Πέλλα.

Πουλάκι πήγε κι έκατσε σε γεωργού αλέτρι.
Δεν κελαηδούσε σαν πουλί, σαν τ' άλλα τα πουλάκια,
μόν' κελαηδούσε κι έλεγε ν- ανθρώπινη κουβέντα:
-Γεωργέ μ', που σπέρνεις τον καρπό, σπέρνεις, δε θα θερίσεις.
-Ποιος στο είπε εσένα, βρε πουλί, πως δε θα θενά θερίσω;
-Ψες ήμουνα στους ουρανούς μαζί με τους αγγέλους
κι άκουσα που σ' ανάφερναν με τους αποθαμένους.

~
 
Εγώ για την αγάπη σου θα φτιάσω' να φουστάνι,
φουστάνι από αγκαθιά, από κορμό του βάτου,
θα βάλω και στον κόρφο μου οχιά την πλουμισμένη.
Να με τρουπάει η αγκαθιά, να με τραβάει το βάτο,
να με δαγκώνει η οχιά κι εσένα να θυμάμαι.

~
 
-Θέλω κι εγώ, παιδάκι μου, κάτι να σε ρωτήσω:
στον κάτω κόσμο πόφτασες, πες μου, τ' ήβρες μπροστά σου;
 
-Εδώ, που ήρθα, μάνα μου, εδώ στον κάτω κόσμο,
ήβρα τα φίδια πλεχταριά και τις οχιές γαϊτάνι,
κι ένα φιδάκι κολοβό, μικρότερ' από τ' άλλα,
φωλίτσα ήρθε κι έφτιασε απάνω στο κεφάλι
και μόφαγε τα μάτια μου, που ήγλεπα τον κόσμο,
μόφαγε τη γλωσσίτσα μου την αηδονολαλούσα,
μόφαγε και τα χέρια μου, πόκανα τις δουλειές μου,
μόφαγε και τα πόδια μου, που επηγαινορχόμουν.

~

Ο Χάρος εβουλήθηκε να φτιάσει περιβόλι'
τό' σκαψε, το καλλιέργησε ναν το δεντροφυτέψει.
Φυτεύει νιες για λεμονιές, τους νιους για κυπαρίσσια,
φύτεψε τα μικρά παιδιά τριαντάφυλλα τρογύρω,
έβαλε και τους γέροντες φράχτη στο περιβόλι.

 ~

Ο κάτω κόσμος είν' κακός, γιατί δε ξημερώνει,
γιατί δεν κράζει ο πετεινός, δεν κελαδεί τ' αηδόνι.
Εκεί νερό δεν έχουσι και ρούχα δε φορούσι,
μόνο καπνό μαειρεύουσι και σκοτεινά δειπνούσι.

~
 
Κόκκιν' αχείλι εφίλησα κ' έβαψε το δικό μου,
και 'ς το μαντήλι το σύρα κ' έβαψε το μαντήλι,
και 'ς το ποτάμι το πλυνα κ' έβαψε το ποτάμι,
κ' έβαψε η άκρη τού γιαλού κ' η μέση τού πελάγου.
Κατέβη ο αιτός να πιή νερό κ' έβαψαν τα φτερά του,
κ' έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο.

~

Τάστρο τς αυγής το λαμπερό εκείνο μάς εθώρει,
και τάστρο νεχαμήλωσε και τό πε τού θαλάσσου,
και το θαλάσσι τού κουπιού, και το κουπί τού ναύτη,
κι ο ναύτης το διαλάλησε 'ς τη γη την οικουμένη.

~
 
Ως τα τώρα την καρδιά μου
την κρατούσα κλειδωμένη,
σιδερομανταλωμένη.
Τώρα θε να την ανοίξω,
μόσκο να τηνε γιομίσω,
ζάχαρι να την ταΐσω,
για το σκάσιμο ταντρώνε,
πείσμα των παλληκαριώνε,
πόχουν άσκημαις γυναίκες,
μαύρα κούτσουρα αγκαλιάζουν
και φιλούν κι' αναστενάζουν.

~
 
Να χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια,
να πάθιουν τα πατήματα, νά πιανα τα κερκέλια,
ν' ανέβαινα 'ς τον ουρανό, να διπλωθώ να κάτσω,
να δώσω σείσμα τ' ουρανού, να βγάλη μαύρα νέφη,
να βρέξη χιόνι και νερό κι ατίμητο χρυσάφι,
το χιόν' να ρήξη 'ς τα βουνά και το νερό 'ς τσοι κάμπους,
'ς την πόρτα τση πολυαγαπώς τατίμητο χρυσάφι.

~
 
Ένα κομμάτι μάλαμα, ένα κομμάτι ασήμι,
εκόπη από τον ουρανό κ' έπεσε μεσ' 'ς τη διάβα,
κι' άλλοι το λένε σύγνεφο, κι' άλλοι το λένε αντάρα.
Κείνο δεν είναι σύγνεφο, κείνο δεν είν' αντάρα,
παρά είν' η κόρη τού παπά, πόρχετ' από ταμπέλι.
Βαστά τα μήλα 'ς την ποδιά, τα ρόιδα 'ς το μαντήλι.
Δυο μήλα της εγύρεψα, κι' αυτή μού δίνει τρία.
"Δε θέλω γω τα μήλα σου, τα τσαλοπατημένα,
θέλω τα δυο τού κόρφου σου, τα μοσκομυρισμένα".

~
 
Πολλά καλά κάνει ο Θεός κι ένα καλό δεν κάνει,
γιοφύρι μες στη θάλασσα και δεμοσιά στον Άδη.
Κι αν δεν εκίναγα να' ρθω, ας μου' κοβαν τα πόδια,
κι αν δεν σε καλογνώριζα, ας μου' βγαιναν τα μάτια,
κι αν δε σ' εσφιχταγκάλιαζα, ας μου' κοβαν τα χέρια,
κι αν δε σε γλυκοφίληγα, ας μου' κοβαν τ' αχείλι.
 
~
 
Στην πόρτα της Παράδεισος μηλιά είναι φυτρωμένη,
κρεμούν οι νιες τα ρούχα τους κι οι νέοι τ' άρματά τους'
κρεμάζουνε κι οι γέροντες τ' ασημοπίστολά τους,
κρεμάζουν τα μικρά παιδιά τα νακοστρώματά τους.
 
~
 
Άλλο δε σε μαραίνομαι, άλλο δε σε λυπούμαι'
την πρώτη νύχτα μες στη γη πώς θα την υποφέρεις;
Θα βρεις τα φίδι' αγκαλιαστά, οχιές περιπλεγμένες.
Κι ένα φίδι μαυρόφιδο, φίδι με δυο κεφάλια,
πήγε κι έφτιασε τη φωλιά μες στα κλεισμένα φρύδια.
 
~

Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδιες είχα βάλει.
Είχα τον ήλιο στα βουνά και τον αϊτό στους κάμπους,
και το βοριά το δροσερό τον είχα στα καράβια.
Μα ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αϊτός αποκοιμήθη,
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός τού Χάρου και σε πήρε.
 
 ~

Από τη γης βγαίνει νερό, κι οχ την ελιά το λάδι,
κι από τη μάννα την καλή βγαίνει το παλληκάρι.
Στάλα τη στάλα το νερό τρουπάει το λιθάρι,
κι η κόρη με τα νάζια της σφάζει το παλληκάρι.
 
~
 
"Δυο λειμό- (μωρή Θεώνη) νια χεις  'ς τον κόρφο,
που μυρίζουν σαν το μόσκο.
Δώσε μας και μας το ένα
να το παίξουμε 'ς τα χέρια.
-Γω σκαλίζω, γω ποτίζω,
γω λειμόνια δεν ορίζω.
Σύρτε 'ς τον περιβολάρη,
μπελκέ μου σάς κάνη χάρη."

Paul Sérusier (1864–1927), Synchrony in Green (1913), oil on canvas, 81.4 x 60.3 cm, Bilboko Arte Ederren Museoa / Museo de Bellas Artes de Bilbao, Bilbao, Spain. Wikimedia Commons.