Arts Universe and Philology

Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Και τα ζώα έχουν ονόματα! Dolphins 'call each other by name'

Με λένε... Μπάμπη και είμαι δελφίνι. Dolphins have names for each other and for call each other just like humans. They use signature whistles for family members and social companions - the only animal species apart from ourselves known to do this.

Δύο νέες μελέτες σε δελφίνια και λύκους, ενισχύουν την πεποίθηση ότι και τα ζώα έχουν… ονόματα! Στην περίπτωση των πρώτων φάνηκε ότι τα κήτη χρησιμοποιούν ένα μοναδικό «σφύριγμα» για να καλέσουν τον κάθε «φίλο» τους, ενώ και οι λύκοι φάνηκε να διαθέτουν την προσωπική τους ταυτότητα υπό μορφή ουρλιαχτού.

«Βουτιά» στην επικοινωνία των δελφινιών

Dolphin whistles - high-pitched clicking and squeaking sounds - can be detected up to 20 km away (12.4 miles) depending on water depth and frequency. The researchers said naming is one of the defining features of human language and dolphins have their own unique identity - the signature whistle.

Τη μελέτη γύρω από την ιδιαίτερη επικοινωνία των δελφινιών πραγματοποίησαν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Σεντ Άντριους. Όπως αναφέρουν οι ίδιοι με δημοσίευσή τους στην επιθεώρηση «Proceeding of the National Academy ofSciences», το κάθε δελφίνι «σφυρίζει» με διαφορετικό τρόπο. Όταν λοιπόν κάποιο δελφίνι μιμηθεί τον τρόπο του σφυρίγματος κάποιου άλλου, τότε εκείνο ανταποκρίνεται σαν να το… φωνάζει με το όνομά του.

«Τα δελφίνια ζουν σε ένα περιβάλλον μακριά από τη στεριά, όπου δεν υπάρχουν σημεία αναφοράς, οπότε χρειάζονται έναν τρόπο ώστε να μπορούν να παραμένουν μαζί ως ομάδα» εξηγεί ο δρ Βίνσεντ Γιάνικ, από το τμήμα Έρευνας των Θαλάσσιων Θηλαστικών του σκωτσέζικου πανεπιστημίου.

«Τα συγκεκριμένα ζώα, δηλαδή, ζουν σε ένα περιβάλλον όπου χρειάζονται έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο επικοινωνίας προκειμένου να μπορέσουν να διατηρήσουν επαφή μεταξύ τους» προσθέτει ο ειδικός.

Στο πλαίσιο της μελέτης τους, οι ερευνητές ηχογράφησαν τα «σφυρίγματα» επικοινωνίας σε μια ομάδα άγριων ρινοδέλφινων και προχώρησαν στην καταγραφή της ηχητικής «υπογραφής» του κάθε μέλους της ομάδας.

Στη συνέχεια, με τη βοήθεια ειδικών ηχείων αναπαρήγαγαν υποθαλάσσια τον ήχο του κάθε δελφινιού ξεχωριστά για να δουν τι θα συνέβαινε.

«Επαναλάβαμε την ηχητική “υπογραφή” των δελφινιών της ομάδας, ενώ παίξαμε και άλλους ήχους από το ρεπερτόριό τους, όπως επίσης και τους ήχους άλλων ομάδων – δελφινιών που δεν είχαν συναντήσει ποτέ τα συγκεκριμένα κήτη» εξηγεί ο δρ Γιάνικ.

Διαπίστωσαν λοιπόν, ότι τα δελφίνια ανταποκρίνονταν μόνο στο άκουσμα του προσωπικού τους ήχου. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι τα δελφίνια αντιδρούν όπως και ο άνθρωπος: όταν ακούνε το όνομά τους, απαντούν.

Επισημαίνουν τέλος ότι η συγκεκριμένη δεξιότητα ενδεχομένως να αναπτύχθηκε ώστε να βοηθήσει τα δελφίνια να παραμένουν σε ομάδες στο αχανές τους περιβάλλον.

«Τις περισσότερες φορές, τα δελφίνια δεν βλέπονται μεταξύ τους, ούτε χρησιμοποιούν υποθαλάσσια την αίσθηση της όσφρησης η οποία είναι πολύ σημαντική για τη διαδικασία της αναγνώρισης στα θηλαστικά. Επίσης δεν συχνάζουν σε ένα συγκεκριμένο μέρος, δεν έχουν φωλιές ή καταφύγια στα οποία επιστρέφουν» υπογραμμίζει ο δρ Γιάνικ.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι είναι η πρώτη φορά που μελέτη έχει καταφέρει να δείξει κάτι τέτοιο. Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι κάποια είδη παπαγάλων χρησιμοποιούν συγκεκριμένους ήχους για να φωνάξουν τους «φίλους» τους.

Ουρλιάζοντας το όνομά σου

Στην περίπτωση της δεύτερης μελέτης γύρω από την επικοινωνία των λύκων, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Νότιγκχαμ Τρεντ, στη Βρετανία, ανέπτυξαν ένα λογισμικό για την ανάλυση της έντασης και του τόνου του ουρλιαχτού τους.

Το εν λόγω λογισμικό θα μπορούσε μελλοντικά, να βοηθήσει τους ειδικούς ως προς τον εντοπισμό των ζώων, γεγονός που παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη διατροφική αλυσίδα της φύσης.

Δοκιμάζοντας το «έξυπνο» σύστημα σε 67 ηχογραφήσεις 10 γκρίζων λύκων, οι ερευνητές είδαν ότι η ταυτοποίηση ζώου-ουρλιαχτού ήταν 100% ακριβής. Φάνηκε λοιπόν ότι το κάθε ζώο έχει ένα μοναδικό «τραγούδισμα» γεγονός που επιτρέπει τον διαχωρισμό του ανάμεσα στις κραυγές μιας ολόκληρης αγέλης.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο «Bioacoustics», τα ουρλιαχτά των άγριων ζώων μπορούν να ταξιδέψουν μέχρι οκτώ χιλιόμετρα και χρησιμοποιούνται κυρίως για την προστασία της περιοχής τους από αντίζηλους αλλά και για να διατηρείται η επαφή ανάμεσα στα μέλη της αγέλης.


Οκτάβιο Πας, «Ο Μύθος του Ζουάν Μιρό». Octavio Paz, “Fábula de Joan Miró”

The Farm (La masia)

Το γαλάζιο στεκόταν ακίνητο ανάμεσα στο κόκκινο και το μαύρο.
Ο άνεμος έμπαινε κι έβγαινε απ’ τη σελίδα του κάμπου,
άναβε μικρές φωτίτσες, κυλιότανε πεσμένος στις στάχτες,
έβγαινε με μουτζουρωμένη μούρη και φώναζε στις γωνίες των
   δρόμων,
ο άνεμος έμπαινε κι έβγαινε ανοίγοντας και κλείνοντας πόρτες
   και παράθυρα,
έμπαινε κι έβγαινε από τους αυγινούς κι από τους δειλινούς
   διαδρόμους του κρανίου,
ο άνεμος με μουντζαλιές και με τα χέρια λερωμένα απ’ τα μελάνια
έγραφε κι έσβηνε ό,τι είχε ώς τότε γράψει πάνω στης ημέρας
   τον τοίχο.
Ο ήλιος είταν απλώς οιωνός του κίτρινου χρώματος,
απλός υπαινιγμός φτερών, το μελλοντικό του αλέκτορος λάλημα.
Το χιόνι είχε αποδημήσει, η θάλασσα είχε χάσει τη μιλιά της,
και υπήρχε ένας περιφερόμενος θόρυβος με κάτι φωνήεντα που
   εγύρευαν να βρουν μιά λέξη.
The Farm (La masia)
Το γαλάζιο στεκόταν ακίνητο, κανείς δεν τό ’βλεπε, κανένας δεν
   τ’ άκουγε:
Το κόκκινο είταν κάποιος τυφλός, το μαύρο ένας κωφάλαλος.
Ο άνεμος μπαινόβγαινε ρωτώντας Πού πήγε ο Ζουάν Μιρό;
Εδώ στεκότανε από μιας αρχής, αλλά δεν τον έβλεπε ο άνεμος:
ακίνητος μεταξύ γαλάζιου και κόκκινου, μαύρου και κίτρινου,
ο Μιρό είταν ένα αλμυρό ξάστερο βλέμμα, μιά κλεφτή ματιά με
   χέρια εφτά,
μ’ εφτά χέρια σε σχήμα αφτιών για ν’ ακούνε και τα εφτά τα
   χρώματα,
μ’ εφτά χέρια σε σχήμα ποδιών για ν’ ανεβαίνουν και τις εφτά
   τις κλίμακες του ουράνιου τόξου,
μ’ εφτά χέρια σε σχήμα ριζών για να είναι και παντού και
   πάντοτε στη Βαρκελώνη.

Ο Μιρό είταν ένα αλμυρό βλέμμα επτάχειρο.
Με το πρώτο του χέρι κοπάναγε το ταμπούρλο της νύχτας,
με το δεύτερο έσκιαζε πουλιά στον κήπο του άνεμου,
με το τρίτο του έσειε των αστεριών το κουμάρι,
με το τέταρτο συνέγραφε τον θρύλο των αιώνων των σαλιγκαριών,
με το πέμπτο του εφύτευε νησιά στου πράσινου το στήθος,
με το έκτο έπλασε μιά γυναίκα ανακατεύοντας νύχτα και νερό,
   ηλεκτρισμό και μουσική,
και με το έβδομο έσβησε ό,τι είχε φτιάξει κι έπιασε τα πάντα
   ξανά από την αρχή.

Nocturne

Το κόκκινο άνοιξε τα μάτια, το μαύρο είπε κάτι ακατάληπτο
   και το γαλάζιο εσηκώθηκε όρθιο.
Κανένα από τα τρία τους δεν πίστευε στα μάτια του:
οχτώ κοράκια είσαν ή μήπως οχτώ αλεξιβρόχια;
Και τα οχτώ τους ανοίξαν τα φτερά, κι αρχίσαν να πετούν
   κι εξαφανίστηκαν περνώντας μέσ’ από ’να τζάμι
   που ’ταν σπασμένο.

Dog Barking at the Moon

Ο Μιρό έπιασε κι έβαλε στα τελάρα του φωτιά.
Καίγονταν τα λιοντάρια και οι αράχνες, οι γυναίκες και
   τ’ άστρα,
ο ουρανός εγέμισε τρίγωνα, σφαίρες, δίσκους και εξαεδρικά
   πρίσματα φλεγόμενα,
η φωτιά κατέφαγε την πλανητική φάρμα που ’χε ξεφυτρώσει
   στη μέση του διαστήματος,
κι απ’ τον σωρό τις στάχτες πεταλούδες εβλάστησαν και
   χελιδονόψαρα και βραχνοί φωνόγραφοι,
με μέσ’ από τις τρύπες των καψαλισμένων καμβάδων
επέστρεψαν το γαλάζιο διάστημα και η αχτίδα του χελιδονιού, η
   φυλλωσιά των σύννεφων και η ράβδος η θάλλουσα:
είταν η άνοιξη και επέμενε, επέμενε δε με κάτι χειρονομίες
   εξ ολοκλήρου πράσινες.
Μπροστά σε τέτοια πάμφωτη επιμονή έξυσε ο Μιρό το κεφάλι του
   με το πέμπτο του χέρι
και είπε μουρμουριστά και κατ’ ιδίαν:Δουλεύω λες κι είμαι κηπουρός

 La Reforma

Κήπος με πέτρες ή με βάρκες; Με τροχαλίες κήπος ή μήπως
   με χορεύτριες;
Το γαλάζιο, το μαύρο και το κόκκινο πιλαλούσαν μες στα λιβάδια,
οι αστερούσες εδράμανε γυμνές, αλλά οι λόφοι οι κρυουλιάρηδες
   είχανε κιόλας προλάβει να χωθούνε κάτω απ’ τα στρωσίδια,
άσε που υπήρχαν και ηφαίστεια φορητά και τεχνητές φωτιές στο σπίτι.
Οι δύο δεσποινίδες που είχαν τοποθετηθεί επί της υποδοχής στις
   πόρτες, η Γεωμετρία και η Προοπτική,
είχανε πάρει τον Μιρό αλά μπρατσέτα να βγούνε να ξεσκάσουνε
   στην εξοχή, και τραγουδάγαν το Une étoile caresse le sein
   d’une négresse.

Ο άνεμος εγύρισε τη σελίδα του κάμπου, σήκωσε το κεφάλι του
   και είπε Μα πού έχει πάει ο Ζουάν Μιρό;
Εδώ στεκότανε από μιας αρχής, αλλά δεν τον έβλεπε ο άνεμος:
Ο Μιρό είταν ένα αλμυρό ξάστερο βλέμμα, απ’ όπου έμπαιναν
   κι έβγαιναν κάτι αλφαβητάρια ασθμαίνοντα.
Και δεν είσαν γράμματα αυτά που μπαίνανε και βγαίνανε
   απ’ των ματιών τις σήραγγες:
είσαν πράγματα ζωντανά που εσμίγανε και χωρίζανε, που
   αγκαλιάζονταν και δαγκώνονταν και διασκορπίζονταν,
κι ετρέχανε σ’ όλη τη σελίδα κατά σειρές πολύχρωμες και
   μανιασμένες, κι είχανε κέρατα και ουρές,
και άλλα τους είχανε λέπια, άλλα φτερούγες, και άλλα τους τομάρια
   ζώων είχανε,
και όσες λέξεις εσχημάτιζαν είσαν μεν απτές και ακουστές
   και εδώδιμες, πλην όμως τελείως απρόφερτες:
δεν είσαν γράμματα εκείνα, είσαν αισθήσεις, δεν είσαν αισθήσεις,
   μετασχηματισμοί είσαν.

Και όλα τούτα, αλήθεια, προς τί; Για να τραβηχτεί μιά γραμμή
   σε κάποιου μοναχού το κελλί,
για να φωτιστεί μ’ ένα ηλιοτρόπιο η φεγγαροκεφαλή κάποιου ξωμάχου,
για να καλωσοριστεί η νύχτα που έρχεται συνοδευόμενη από γαλάζιες προσωπικότητες και πουλιά εορταστικά,
για να γιατρευτεί ο θάνατος με μιάν ομοβροντία γερανιών,
για να λέμε Καλημέρα στην ημέρα που ’ρχεται δίχως ποτέ να την
    έχουμε ρωτήσει ούτε από πού έρχεται ούτε που πηγαίνει,
για να θυμόμαστε και να μην ξεχνάμε ότι η φουσκοθαλασσιά
   είναι ένα κοράσι που κρύβεται κάτω από τις σκάλες
   σκασμένο στα γέλια,
για να δούμε τον ήλιο και τους πλανήτες του να λικνίζονται πάνω
   στον ρόμβο του ορίζοντα,
για να μάθουμε να βλέπουμε και για να δούμε ότι θα δούμε
   τα πράγματα να μας βλέπουν, καθώς θα μπαινοβγαίνουνε
   από τα βλέμματά μας,
αλφαβητάρια ζωντανά που πετάνε ρίζες, ξεπετάγονται,
   μπουμπουκιάζουν, ανθίζουνε, μαραίνονται, επιστρέφουν,
   σκορπίζονται, σβήνουν.

Τα βλέμματα είναι σπόροι, βλέπω ίσον σπέρνω, ο Μιρό
   εδούλευε λες κι είταν κηπουρός,
και με τα εφτά του χέρια εσχεδίαζε ασταμάτητα –σα σκύλος που
   κυνηγάει να δαγκώσει την ουρά του, ωχ! και αχ!–
τη μεγάλη απορία, τη μεγάλη έκπληξη, τον μέγιστο εκείνο
   θαυμασμό, με τον οποίο ξαναρχίζει συνέχεια
   κάθε μέρα κάθε μέρα ο κόσμος.

La Lecon de Ski

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

FÁBULA DE JOAN MIRÓ

The Smile of the Flamboyant Wings

El azul estaba inmovilizado entre el rojo y el negro.
El viento iba y venía por la página del llano,
encendía pequeñas fogatas, se revolcaba en la ceniza,
salía con la cara tiznada gritando por las esquinas,
el viento iba y venía abriendo y cerrando puertas y ventanas,
iba y venía por los crepusculares corredores del cráneo,
el viento con mala letra y las manos manchadas de tinta
escribía y borraba lo que había escrito sobre la pared del día.
El sol no era sino el presentimiento del color amarillo,
una insinuación de plumas, el grito futuro del gallo.
La nieve se había extraviado, el mar había perdido el habla,
era un rumor errante, unas vocales en busca de una palabra.

El azul estaba inmovilizado, nadie lo miraba, nadie lo oía:
el rojo era un ciego, el negro un sordomudo.
El viento iba y venía preguntando ¿por dónde anda Joan Miró?
Estaba ahí desde el principio pero el viento no lo veía:
inmovilizado entre el azul y el rojo, el negro y el amarillo,
Miró era una mirada transparente, una mirada de siete manos.
Siete manos en forma de orjeas para oír a los siete colores,
siete manos en forma de pies para subir los siete escalones del arco iris,
siete manos en forma de raíces para estar en todas partes y a la vez en Barcelona.

Miró era una mirada de siete manos.
Con la primera mano golpeaba el tambor de la luna,
con la segunda sembraba pájaros en el jardín del viento,
con la tercera agitaba el cubilete de las constelaciones,
con la cuarta escribía la leyenda de los siglos de los caracoles,
con la quinta plantaba islas en el pecho del verde,
con la sexta hacía una mujer mezclando noche y agua, música y electricidad,
con la séptima borraba todo lo que había hecho y comenzaba de nuevo.

El rojo abrió los ojos, el negro dijo algo incomprensible y el azul se levantó.
Ninguno de los tres podía creer lo que veía:
¿eran ocho gavilanes o eran ocho paraguas?
Los ocho abrieron las alas, se echaron a volar y desaparecieron por un vidrio roto.

Miró empezó a quemar sus telas.
Ardían los leones y las arañas, las mujeres y las estrellas,
el cielo se pobló de triángulos, esferas, discos, hexaedros en llamas,
el fuego consumió enteramente a la granjera planetaria plantada en el centro del espacio,
del montón de cenizas brotaron mariposas, peces voladores, roncos fonógrafos,
pero entre los agujeros de los cuadros chamuscados
volvían el espacio azul y la raya de la golondrina, el follaje de nubes y el bastón florido:
era la primavera que insistía, insistía con ademanes verdes.
Ante tanta obstinación luminosa Miró se rascó la cabeza con su quinta mano,
murmurando para sí mismo: Trabajo como un jardinero.

¿Jardín de piedras o de barcas? ¿Jardín de poleas o de bailarinas?
El azul, el negro y el rojo corrían por los prados,
las estrellas andaban desnudas pero las friolentas colinas se habían metido debajo de las sábanas,
había volcanes portátiles y fuegos de artificio a domicilio.
Las dos señoritas que guardan la entrada a la puerta de las percepciones, Geometría y Perspectiva,
se habían ido a tomar el fresco del brazo de Miró, cantando Une étoile caresse le sein d’une négresse.

El viento dio la vuelta a la página del llano, alzó la cara y dijo, ¿Pero dónde anda Joan Miró?
Estaba ahí desde el principio y el viento no lo veía:
Miró era una mirada transparente por donde entraban y salían atareados abecedarios.

No eran letras las que entraban y salían por los túneles del ojo:
eran cosas vivas que se juntaban y se dividían, se abrazaban y se mordían y se dispersaban,
corrían por toda la página en hileras animadas y multicolores, tenían cuernos y rabos,
unas estaban cubiertas de escamas, otras de plumas, otras andaban en cueros,
y las palabras que formaban eran palpables, audibles y comestibles  pero impronunciables:
no eran letras sino sensaciones, no eran sensaciones sino Transfiguraciones.

¿Y todo esto para qué? Para trazar una línea en la celda de un solitario,
para iluminar con un girasol la cabeza de luna del campesino,
para recibir a la noche que viene con personajes azules y pájaros de fiesta,
para saludar a la muerte con una salva de geranios,
para decirle buenos días al día que llega sin jamás preguntarle de dónde viene y adónde va,
para recordar que la cascada es una muchacha que baja las escaleras muerta de risa,
para ver al sol y a sus planetas meciéndose en el trapecio del horizontes,
para aprender a mirar y para que las cosas nos miren y entren y salgan por nuestras miradas,
abecedarios vivientes que echan raíces, suben, florecen, estallan, vuelan, se disipan, caen.

Las miradas son semillas, mirar es sembrar, Miró trabaja como un jardinero
y con sus siete manos traza incansable —círculo y rabo, ¡oh! y ¡ah!—
la gran exclamación con que todos los días comienza el mundo.

Constellation phila



Το μυστήριο του Ασημένιου Φαραώ, The Mystery of the Silver Pharaoh

Gold burial mask of King Psusennes I, discovered in 1940 by Pierre Montet.

Ο Ψουσέννης ο Α΄ (Psusennes I,) ήταν ένας από τους Φαραώ που κυβέρνησαν την Βόρεια Αίγυπτο κατά τους θυελλώδεις καιρούς της Τρίτης Ενδιάμεσης Περιόδου (η οποία διήρκεσε από το 1069 π.Χ. έως το 525 π.Χ.) μετά το τέλος του Νέου Βασιλείου.* 

Ο Ψουσέννης ήταν ο πιο ισχυρός Φαραώ από όλους όσους βασίλεψαν αυτήν την περίοδο. Είχε τον έλεγχο σε όλη τη κοιλάδα του Νείλου, αλλά έκανε ένα μοιραίο λάθος που οι αρχαίοι Έλληνες θα του το αναγνωρίσουν ως "ύβρις"....

Έχτισε μια τρίτη πρωτεύουσα , την Pi-Ramesses στο Δέλτα του Νείλου, χωρίζοντας τις δυνάμεις του και μειώνοντας την ικανότητά του να διατηρήσει τον έλεγχο σε ολόκληρη την περιοχή του άνω και του κάτω Νείλου.

Όταν ο ποταμός άλλαξε πορεία, η Pi-Ramesses εγκαταλείφθηκε, και ο Φαραώ Ψουσέννης μετακόμισε πολλές από τις δομές της, πέτρα την πέτρα, στην άλλη πρωτεύουσα του την Tάνις.

Περίπου 3.000 χρόνια αργότερα, και λίγες εβδομάδες πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Γάλλος αρχαιολόγος Πιερ Μοντ (Pierre Montet) ψάχνοντας για βασιλικούς τάφους βρήκε ανέγγιχτο από τους τυμβωρύχους τον τάφο του Ψουσέννη.

Ήταν ίσως η μεγαλύτερη αρχαιολογική ανακάλυψη του αιώνα αλλά τα γεγονότα που έτρεχαν στην Ευρώπη έφεραν σε δεύτερη μοίρα αυτή τη σπουδαία ανακάλυψη.

Silver anthropoid coffin of Psusennes I, Cairo Museum. 

Το όνομα «Ασημένιος Φαραώ», έχει δοθεί γιατί η μούμια του Ψουσέννη βρισκόταν σε ασημένια σαρκοφάγο αντί για χρυσή. Αυτό από μόνο του δείχνει την ισχύ και τον πλούτο του Ψουσσένη, γιατί το ασήμι ήταν σπάνιο μέταλλο στην περιοχή της Αιγύπτου.

Gold and lapis lazuli collar of Psusennes I,Cairo Museum.

Κάτι που επίσης αποδεικνύει τον πλούτο του Φαραώ είναι τα πολλά κοσμήματα από Lapis Lazuli που βρέθηκαν στον τάφο του. Το κοντινότερο σημείο εξόρυξης αυτού του ημιπολύτιμου λίθου από την Αίγυπτο είναι το σημερινό Αφγανιστάν.


Από την μελέτη των οστών του κρανίου του, οι επιστήμονες έχουν ανασυνθέσει την πιθανή μορφή του προσώπου του κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

*Το Νέο Βασίλειο είναι η καλύτερη γνωστή περίοδος της Αιγυπτιακής ιστορίας, δηλαδή, η πιό γνωστή για το μη-ακαδημαϊκό κοινό: είναι η περίοδος του Ραμσή Ι, του Τουταγχαμών και του Ραμσή ΙΙ.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Γιώργος Πρίμπας, «Ολόγραμμα»

Kάθε ανατολή έλκεται από τη δύση της

από την επιρροή στην εξουσία

λογοκρισίαστο κυπαρίσσι ύψος ρίζα καμιά δεν περισσεύει

cine 8 1/2

μάτια 8 1/2

παγκάκι 8 1/2

μια τίγρης ξαποσταίνει φως

πόση κούραση να σηκώσει τη μέρα;

Francesco Clemente, Two Horizons, A Thousand.

 σταγόνες χαλαζία αναφύονται στο βλαστό δροσιά εαρινού ρόδου

άνανθη ομορφιά

η πεταλούδα πέταγμα μεταβάλλοντας τον καιρό ποιήματα γράφει

αιτιοκρατία

το φως κάνει το χώρο

η αλλαγή μόνον όταν η φαντασία (μας) ξεπεράσει τον καπιταλισμό

προβλέψιμοι

το κτήνος που στολίζει τις πράξεις του με μια θεωρία

άνθρωπος

το νυχτολούλουδο Φάνης διαρρηγνύει το ιδεολόγημα του ορίζοντα των αισθητών

ο Αύγουστος

της άμμου και των αμπελιών

του έρωτα και των ονείρων

ζωή στιγμή

ξύδι γλυκόπιοτο

Philip Guston, Room.

στους λογιστές της ζωής ο έρωτας στα πρέπει

κατάθεση του σώματος στην ψυχή ο χορός

μόνη μου αντικειμενικότητα τα συναισθήματα από το πρόσκαιρο της εντύπωσης των πραγμάτων

το γιατί δε ρωτά εξουσιάζει

πως, λοιπόν, έγινε ο κόσμος;

ο χορός δεν έχει ηλικία

θέλω να κάνουμε έρωτα 

Wassily Kandinsky, Composition IX.

οι σκιές μακραίνουν

αδημονούν τα αστέρια να τρεμοπαίξουν

κάτι να λογιστεί ως άκτιστο

κάτι να θωρηθεί ως άπλαστο

μια ανεμώνη

Ω! Γαία κόρη του γίγνεσθαι μητέρα της ζωής απ’ τα μαστάρια σου απλώνεις αμβροσία

Ισλανδία, Απρίλης 2010

ξέρουμε τη μοίρα των άστρων

πότε θα σβήσουν πως θα εκραγούν

στο τετράδιο της ζωής

ο ήλιος προσθέτει το επόμενο φύλλο

Milton Avery, Bridge to the Sea.

άσπρες χαρακιές ματώνουν το γαλάζιο

τόσα να δεις μα πόσα γνώρισες;
η χαλασμένη ενότητα στο προχωρημένο της διαστολής των καιρών όπου το φως νησίδες στο σκοτάδι καμβά

στο χρηματιστήριο λουκέτο ασφαλείας

μια καλή αρχή

μια πεταλούδα η ευτυχία στιγμή ...

Max Ernst, Approaching Puberty or The Pleiads.