Το ιστολόγιο "Τέχνης Σύμπαν και Φιλολογία" είναι ένας διαδικτυακός τόπος που αφιερώνεται στην προώθηση και ανάδειξη της τέχνης, της επιστήμης και της φιλολογίας. Ο συντάκτης του ιστολογίου, Κωνσταντίνος Βακουφτσής, μοιράζεται με τους αναγνώστες του τις σκέψεις του, τις αναλύσεις του και την αγάπη του για τον πολιτισμό, το σύμπαν και τη λογοτεχνία.
Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.
Edvard Munch, Self-Portrait: Between the Clock and the Bed,
1940-1943, Munch Museum. Κάτι
περισσότερο από αυτοπροσωπογραφία. Αφήγηση της δημιουργικής πορείας της ζωής, με
το μυστήριό της, με την παρουσία της τέχνης και της γυναίκας, με το αίσθημα του
θανάτου και της κατάπτωσης.
«Αρρώστια,
τρέλα και θάνατος ήταν οι σκοτεινοί φύλακες άγγελοι που στάθηκαν στο λίκνο μου
και με συντρόφεψαν όλη μου τη ζωή», είχε πει ο Edvard Munch (1863-1944) σε μία
φράση που συντάσσει, ίσως, το πιο πυκνό και μεστό αυτοβιογραφικό σημείωμα. Ήταν
Νορβηγός ζωγράφος και χαράκτης, ένας από τους κύριους προδρόμους του
εξπρεσιονισμού.
Edvard Munch, Portrait of Inger Munch, 1892.
Γονείς
του ήταν ο Christian Munch, γιατρός και ιατρικός ανώτερος υπάλληλος, και η
Laura Cathrine Bjølstad, οι οποίοι είχαν παντρευτεί το 1861. Είχε μια
μεγαλύτερη αδελφή, την Johanne Sophie (γεννημένη το 1862), και τρία μικρότερα
αδέρφια, τους Peter Andreas (1865), Laura Cathrine (1867), και Inger Marie
(1868).
Edvard Munch, Self-Portrait with Skeleton Arm, 1895,
lithograph in black on grayish white China paper, National Gallery of Art,
Washington, Rosenwald Collection.
Ήταν
απόγονος του ζωγράφου Γιάκομπ Μουνκ (Jacob Munch) (1776-1839) και του ιστορικού
Peter Andreas Munch (1810-1863). Η οικογένεια μετακόμισε στην πόλη Kριστιανία
(σημερινό Όσλο) το 1864, όταν ο Christian Munch διορίστηκε ως ιατρικός ανώτερος
υπάλληλος στο φρούριο του Akershus. Η Laura Cathrine πέθανε από φυματίωση το
1868, όπως και η αγαπημένη αδελφή του Johanne Sophie Munch, το 1877. Ο πατέρας
του πέθανε επίσης νέος, το 1889. Μετά από το θάνατο της μητέρας τους, τα
μικρότερα αδέρφια του Munch ανατράφηκαν από τον πατέρα τους, που ενστάλαξε μέσα
τους έναν βαθιά ριζωμένο φόβο λέγοντάς τους επανειλημμένα ότι εάν αμαρτήσουν με
οποιαδήποτε τρόπο, θα καταδικάζονταν στην Κόλαση χωρίς πιθανότητα συγχώρεσης.
Μια από τις νεώτερες αδελφές του καλλιτέχνη διαγνώστηκε με διανοητική ασθένεια
σε νεαρή ηλικία. Ο ίδιος ήταν επίσης συχνά άρρωστος. Από τα πέντε αδέρφια, μόνο
ο Peter Andreas παντρεύτηκε, αλλά πέθανε μερικούς μήνες μετά το γάμο.
Edvard Munch, Self-Portrait with Cigarette, 1895, Oil
on canvas, 110.5 x 85.5 cm, The National Museum of Art, Architecture and
Design, Oslo.
Το
1879 εγγράφηκε σε τεχνικό κολλέγιο, με θέμα μελέτης την εφαρμοσμένη μηχανική,
αλλά διέκοψε τις σπουδές του λόγω συχνών ασθενειών. Το 1880 άφησε το κολλέγιο
για να γίνει ζωγράφος. Τον Αύγουστο του 1881 εγγράφηκε στη Σχολή Σχεδίου του
Όσλο. Οι δάσκαλοί του ήταν ο γλύπτης Julius Middelthun και ο ζωγράφος Christian
Krohg.
Edvard Munch, August Strindberg, 1896, Lithographie
mit Kreide und Tusche, Schabeisen, auf dünnem gelblichem Japan, Städel Museum,
Frankfurt am Main.
Ταξίδεψε
στο Παρίσι και στη Νίκαια και κατόπιν στο Βερολίνο, όπου γνώρισε τον Αύγουστο
Στρίντμπεργκ και έγιναν φίλοι, αγγίζοντας μαζί τα υπέρτατα όρια της παραίσθησης
και της τρέλας.
Edvard Munch, La mort et la jeune fille, 1893.
Στην
Έκθεση του Βερολίνου του 1892 αποβλήθηκε από την Εταιρεία Καλλιτεχνών της
Έκθεσης λόγω της χρησιμοποίησης μιας «υπερβολικά αισθησιακής τεχνικής». Γρήγορα
όμως ο εξπρεσιονισμός του Μουνκ έγινε αποδεκτός και ο ίδιος αναδείχθηκε σε
διασημότητα της Ευρώπης.
Edvard Munch, The Sick Child I, 1896/1896-1897, color
transfer lithograph in red, cherry, and yellow with hand coloring on thin tan
card, Collection of Catherine Woodard and Nelson Blitz Jr.
Edvard Munch, The Sick Child, 1896, Oil on canvas,
121.5 x 118.5 cm, Göteborg Museum of Art, Göteborg, Sweden. Σημαδεμένος από την αρρώστια και τον
θάνατο, προσπαθεί να τα αποδώσει στους πίνακές του, και αυτό το θέμα επιστρέφει
επί σαράντα χρόνια, επαναλαμβάνοντας τη σύνθεση αυτή σε τέσσερεις εκδοχές
(1896, 1906, 1907 και 1926). Ο πίνακας αυτός παίζει με τους πρασινογαλάζιους
τόνους, με πινελιές που ξεφτίζουν πάνω στο πανί, απεικονίζοντας τον πόνο και
την απελπισία της γυναίκας που κλαίει πλάι στο κρεβάτι της κοπέλας της οποίας
το προφίλ σχεδιάζεται καθαρό πάνω στο μαξιλάρι.
Οι
δύσκολες συνθήκες της ζωής τους επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την ψυχολογική του
κατάσταση, η οποία όμως έγινε και η αφορμή για τη σύλληψη των κυριότερων
θεμάτων του ζωγραφικού του έργου.
Edvard Munch, Death in the Sickroom, 1893, Oil on
canvas, 134.5 x 160 cm, Munch Museum, Oslo.
Ο
Munch έγινε ο ζωγράφος του φάσματος του θανάτου και της αναπόδραστης αρρώστιας.
Το επιβεβαιώνουν και τα θέματα των έργων του: «Το άρρωστο παιδί», «Ο νεκροθάλαμος», «Πλάι στο νεκροκρέβατο», «Νεκρή
μάνα», «Θάνατος στο δωμάτιο της
άρρωστης».
"I was walking along
the road with two friends. The Sun was setting –
The Sky turned a
bloody red
And I felt a whiff
of Melancholy – I stood
Still, deathly
tired – over the blue-black
Fjord and City hung
Blood and Tongues of Fire
My Friends walked
on – I remained behind
– shivering with
Anxiety – I felt the great Scream in Nature."
Το
διασημότερο ίσως έργο του Μουνκ είναι ένα σύμβολο της πνευματικής αγωνίας του
ανθρώπου. Προαναγγέλλει την προκλητική βία της γερμανικής εξπρεσιονιστικής
ζωγραφικής των αρχών του 20ού αιώνα, και τη συγκλονιστική πραγματικότητα ενός
άλλου σύγχρονου συμβόλου, της Γκερνίκα (1937). Παρατηρώντας μας δίνεται η
αίσθηση ότι η ζωγραφική αφορά όχι μόνο την όραση, αλλά και τις άλλες αισθήσεις,
και ιδίως την ακοή. Ο θεατής εμπλέκεται και τυλίγεται με τα ακουστικά κύματα
που φαίνονται να βγαίνουν από τον πίνακα, για να εισβάλουν στον χώρο που
συνεχίζει και πέρα από τη γέφυρα. Χρώμα και ήχος: τα κύματα της κραυγής
τρεμοπαίζουν στον αέρα, εξελίσσονται, διπλώνονται κατά μήκος της άκρης του
πίνακα και ύστερα εκρήγνυνται πέρα από το πανί…
Edvard Munch, The Scream, 1893. The
National Museum of Art, Architecture and Design, Oslo.
Το
1893 δημιούργησε την "Κραυγή",
το διασημότερο έργο του. Όπως αναφέρει ο Gombrich, μέσα από αυτό στόχος του
ήταν να εκφράσει πως μία ξαφνική συγκίνηση μεταβάλλει όλες τις εντυπώσεις της
αίσθησης. Όλες οι γραμμές μοιάζουν να οδηγούν προς τη μοναδική οπτική εστία –το
κεφάλι που φωνάζει. Όλο το τοπίο μοιάζει να συμμερίζεται την αγωνία και τη
συγκίνηση αυτής της κραυγής. Το πρόσωπο που φωνάζει είναι πράγματι
παραμορφωμένο, όπως το πρόσωπο μιας γελοιογραφίας. Τα γουρλωμένα μάτια και τα
σκαμμένα μάγουλα θυμίζουν το πρόσωπο του θανάτου.
Edvard Munch, The Scream, 1895, Lithograph in black
ink on cream card. Image: 35.5 x 25.3 cm, sheet: 51 x 38.5 cm, The Art
Institute of Chicago, Clarence Buckingham Collection. Στο
πιο χαρακτηριστικό του έργο, τον πίνακα «Η Κραυγή (1893), που εκφράζει την
υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου, ο ρυθμός των χρωμάτων και των γραμμών
που στροβιλίζονται αγγίζει τα όρια της υστερικής έντασης. Σύμφωνα με τον ίδιο,
τον εμπνεύστηκε και τα την διάρκεια ενός περιπάτου του στην Κριστιανία το
ηλιοβασίλεμα, όταν «άκουσε την τεράστια, άπειρη κραυγή της φύσης». Μεταξύ 1893 και 1910 ζωγράφισε δύο ακόμη εκδοχές του πίνακα και δύο σε παστέλ,
καθώς και μια σειρά από στάμπες. Ένα από τα παστέλ πουλήθηκε αντί 120
εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Σόθμπις το 2012.
Μέσα στα επόμενα χρόνια, την ίδια σύνθεση μετέφερε σε χαρακτικό, πρακτική που ακολουθούσε για πολλές συνθέσεις του. Οι επαναλήψεις αυτές οφείλονταν στο γεγονός ότι επιθυμούσε αναμφίβολα να συγκινήσει με το καλλιτεχνικό και ανθρώπινο μήνυμά του ένα όσο το δυνατόν πλατύτερο κοινό.
Αν
και ο Munch ήταν αναγκασμένος να ζει από την τέχνη του, η πώληση πινάκων δεν
αποτελούσε ποτέ γεγονός για τον ίδιο. Θεωρούσε πρώτιστα την τέχνη σαν ένα μέσο
επικοινωνίας και ήταν σημαντικό γι' αυτόν να παρουσιάσει όσο το δυνατόν
περισσότερη από τη δουλειά του συγκεντρωμένη.
Edvard Munch, Moonlight, 1895, Oil on canvas, 93 x 110
cm, The National Museum of Art, Architecture and Design, Oslo.
Πίστευε
ότι με τον τρόπο αυτό οι ιδέες και τα συναισθήματα που γέννησαν τα διάφορα έργα
θα έφθαναν ευκολότερα στους άλλους. Σε ένα σημείωμά του γύρω στο 1930
προσπάθησε να εξηγήσει το γεγονός: «Με την τέχνη μου προσπάθησα να φτάσω σε μία
εξήγηση της ζωής και στόχευα να δώσω μια καθαρότητα στον τρόπο της ζωής μου.
Σκέφτηκα επίσης ότι αυτό θα βοηθούσε ίσως και τους άλλους να ξεκαθαρίσουν τη
ζωή τους. Πάντα δούλευα καλύτερα συντροφιά με τους πίνακές μου – αισθανόμουνα
ότι οι πίνακες με το περιεχόμενό τους ήταν δεμένοι μεταξύ τους. Όταν τους
τοποθετούσα όλους μαζί αποκτούσαν ένα δέσιμο που δεν είχαν σαν ξεχωριστά έργα –
σαν να μην μπορούσαν να εκτεθούν με άλλα. Γι' αυτό τα βάζω όλα μαζί σε σειρές».
Edvard Munch, Vampire II, 1895/c. 1913, color
lithograph in black and red, and one woodblock sawn into four pieces in blue,
green, and beige with hand coloring on thin golden Japan paper, The Epstein
Family Collection.
Πολλά
από τα έργα του οραματίζονται το αίσθημα του έρωτα, την έλξη μεταξύ άνδρα και
γυναίκας καθώς διασταυρώνονται εκστατικά τα βλέμματά τους, όπως στα «Έλξη» και
«Η φωνή».
Edvard
Munch, Attachement (Attraction), 1896.
Ο ίδιος περιέγραψε τη διάθεση των συνθέσεων αυτών σε αρκετά κείμενα,
όπως το ακόλουθο:
Edvard Munch, Summer Night’s Dream: The Voice, 1893,
Oil on canvas, 87.9 x 108 cm, Museum of Fine Arts, Boston, Ernest Wadsworth
Longfellow Fund.
«Μια
χρυσή κολώνα κλυδωνίστηκε πάνω-κάτω μέσα στο νερό, λιώνοντας μέσα στη
λαμπρότητά της και απλώνοντας στην επιφάνειά του. Όταν συναντήθηκαν τα μάτια
μας, αόρατα χέρια ύφαναν λεπτούς ιστούς που χύθηκαν από τα υπέροχα μάτια σου
μέσα στα δικά μου, μπλέκοντας μαζί τις καρδιές μας...».
Edvard Munch, Waves of Love, 1896, lithograph in black
with hand coloring on thick whitish China paper, The Epstein Family Collection.
«Πόσο
χλωμή είσαι στο φεγγαρόφωτο και πόσο σκοτεινά τα μάτια σου – τόσο μεγάλα που θα
μπορούσαν να καλύψουν το μισό ουρανό».
EdvardMunch, Separation, 1896.
Συνεχίζοντας
μίλησε για την αγωνία του χωρισμού στο έργο του «Αποχωρισμός»:
Edvard Munch, Zwei Menschen. Die Einsamen, 1899,
Farbholzschnitt von einem in drei Teile gesägten Druckstock in Schwarz und
Blaugrün, auf geripptem Japan, 455 x 590 mm, Städel Museum, Frankfurt am Main.
«Όταν
μ' εγκατέλειψες πέρα από τη θάλασσα αισθάνθηκα να μας ενώνουν ακόμα λεπτές
κλωστές. Με πόνεσαν αβάσταχτα, σαν πληγή».
EdvardMunch, Madonna, 1894/1895.
Ο
απόλυτος έρωτας, δεν υπήρχε χωρίς τα προβλήματά του. Ήταν ένας καλλιτέχνης που
ο φόβος του θανάτου και ο φόβος της ζωής συνυπήρχαν τόσο έντονα. Το παρακάτω
κείμενο θα μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλο συμπλήρωμα για τα έργα «Μαντόνα» και «Εραστές στα Κύματα»:
Edvard Munch, Madonna, 1895, Lithograph in black ink
with additions in brush and red, green, blue, black, and yellow watercolor on
mottled gray-blue wove paper (discolored to gray-green), laid down on
heavyweight white wove paper Image: 60.3 x 44 cm, sheet: 60.7 x 44.4 cm, The
Art Institute of Chicago, Print and Drawing Department Purchase Fund.
«Το
φεγγαρόφωτο γλιστρά πάνω στο πρόσωπό σου, που είναι γεμάτο γήινη ομορφιά και
πόνο. Τα χείλια σου είναι σαν κατακόκκινα φίδια και γεμάτα σαν βαθυκόκκινα
φρούτα. Ανοίγουν σαν να πονάνε, το χαμόγελο ενός πτώματος. Γιατί τώρα η αλυσίδα
που ενώνει τις γενιές έχει κολλήσει. Σαν ένα σώμα γλιστράμε σ' έναν απέραντο
ωκεανό – πάνω σε μακριά κύματα που αλλάζουν το χρώμα τους από σκούρο σε πορφυρό
σε κόκκινο του αίματος».
TullaLarsen & EdvardMunch, 1899.
Το
1897, γνώρισε και συνδέθηκε με την κόρη ενός μεγάλου εμπόρου κρασιών, την
εντυπωσιακή 30χρονη Tula Larsen. Αρχικά η σχέση τους ήταν σοβαρή και ήρεμη.
Ταξίδεψαν στην Ιταλία και επιστρέφοντας στη Νορβηγία συνέχισαν μια ξέφρενη
κοσμική ζωή με ατέλειωτα ξενύχτια κι ατέλειωτη χρήση οινοπνευματωδών ποτών.
Edvard Munch, The Wedding of the Bohemian, Munch
Seated on the Far Left, 1925.
Παράλληλα
η Larsen τον πίεζε να παντρευτούν. Κατόπιν ταξίδεψαν στο Βερολίνο όπου
συνέχισαν τις διασκεδάσεις και την υπερβολική χρήση οινοπνευματωδών ποτών. Στις
αλλεπάλληλες πιέσεις για γάμο ο Munch αρνιόταν συνεχώς. Στις σημειώσεις του
εξηγεί τα αίτια της άρνησής του, γράφοντας σε τρίτο πρόσωπο: «Από μικρός
μισούσε το γάμο. Το αρρωστημένο και νευρωτικό περιβάλλον του σπιτιού του τού
είχε δημιουργήσει το συναίσθημα ότι δεν είχε δικαίωμα να παντρευτεί». Με τις
συνεχείς αρνήσεις του η σχέση τους είχε φτάσει σε μια κατάσταση απάθειας -
εξάντλησης. Έπιναν όλη την ημέρα κι έκαναν έρωτα.
Edvard Munch, Autoportrait après la grippe, 1919.
Αποτέλεσμα όλης αυτής της
"επικίνδυνης διαδρομής" ήταν να κλονιστεί η υγεία του (σοβαρή
βρογχίτιδα, εισαγωγή σε σανατόριο) κι έτσι, εξασθενημένος υποχώρησε στις
πιέσεις της. Αυτή ανέλαβε να τακτοποιήσει τα σχετικά του γάμου.
Edvard Munch cut
his Self-portrait with Tulla Larsen, his ex-lover, in half to separate their
faces. (1905, Munch Museum,
Oslo).
Αλλά
ο Munch τρέμοντας στην ιδέα του γάμου οδήγησε, τελικά, τη σχέση στη διάλυση.
Πάνω στη διαμάχη του χωρισμού τους η Larsen έβγαλε ένα περίστροφο κι απείλησε
να αυτοκτονήσει. Ο Munch προσπάθησε να το αποσπάσει από τα χέρια της με
αποτέλεσμα το όπλο να εκπυρσοκροτήσει και να του κόψει μέρος από το δάχτυλό
του. Το τραγικό τέλος του δεσμού κι ο τραυματισμός του τού έγιναν έμμονη ιδέα
και τον ακολούθησαν μέχρι τον τελικό νευρικό κλονισμό του, το 1908.
Edvard Munch, Autoportrait dans la clinique du Dr Jacobson,
1909.
Είναι
γεγονός ότι ζούσε μόνο για τη ζωγραφική του. Συχνά έλεγε ότι «η τέχνη είναι ο
μόνος λόγος για τον οποίο ζω» Το τέλος τον βρήκε περιτριγυρισμένο από τους
πίνακές του, τους οποίους από πολύ νέος αποκαλούσε «τα αγαπημένα μου παιδιά». Ο
Munch άφησε πίσω του μια τεράστια πνευματική και καλλιτεχνική παρακαταθήκη,
σχεδόν 1000 λάδια, 4.500 σχέδια κι υδατογραφίες, 15.400 χαρακτικά και 6 γλυπτά,
αποτέλεσμα μιας ασταμάτητης δημιουργίας 70 περίπου χρόνων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Γκερντ
Βολλ, Έντβαρντ Μουνκ, Εθνική
Πινακοθήκη, Μουσείο Αλ. Σούτζου, 7 Οκτωβρίου-17 Νοεμβρίου, Αθήνα 1985.
Ζόγκαρη
Εύα, Ο ζωγράφος Έντβαρντ Μουνκ
(1863-1944) - η ζωή και το έργο του, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1985.
Gombrich
E., Το χρονικό της τέχνης, Μορφωτικό
Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1998.
Ο
Kepler-78b είναι το πρώτο πραγματικό «δίδυμο» του
πλανήτη μας, που όμως ψήνεται σε πολύ ψηλές θερμοκρασίες. An
artist's impression of Kepler-78b. Photo: David A. Aguilar/Harvard-Smithsonian
Centre for Astrophysics
Ένα
σχεδόν «ταυτόσημο» δίδυμο του πλανήτη μας εντοπίστηκε από τους επιστήμονες σε
ένα ηλιακό σύστημα στον αστερισμό του Κύκνου, 400 έτη φωτός μακριά από εμάς. Ο
Kepler-78b, όπως ονομάζεται, είναι βραχώδης και αποτελεί τον πιο κοντινό σε
χαρακτηριστικά εξωπλανήτη με τη Γη που έχει εντοπιστεί ως τώρα. Ο κόσμος του
είναι όμως εντελώς διαφορετικός, αφού «ψήνεται» σε θερμοκρασίες χιλιάδων βαθμών
Κελσίου όντας ανίκανος να υποστηρίξει τη ζωή. Παρ’ όλα αυτά η ανακάλυψή του
προσφέρει για πρώτη φορά «απτές» ενδείξεις ότι κάπου «εκεί έξω» θα πρέπει να
υπάρχει σίγουρα τουλάχιστον ένας πλανήτης εντελώς ίδιος με τον δικό μας.
Ένα
έτος σε 8,5 ώρες
The planet
Kepler-78B is so close to its host star that its surface is molten lava. Art by
Karen Teramura, University of Hawaii Institute for Astronomy. Source: Supplied
Ο
Kepler-78b δεν έχει μόνο μέγεθος παρόμοιο με της Γης (άλλοι εξωπλανήτες με αυτό
το χαρακτηριστικό, όπως π.χ. ο Kepler-10b, έχουν ήδη εντοπισθεί). Έχει επί
πλέον παρόμοια μάζα και πυκνότητα, δηλαδή παρόμοια σύσταση με της Γης. Αυτή η
«σύμπτωση» και των τριών χαρακτηριστικών τον καθιστά τον πρώτο εξωπλανήτη που
μπορούμε να πούμε ότι πραγματικά μοιάζει με τον δικό μας.
Παρ’
όλα αυτά υπάρχει μια σημαντική διαφορά «θέσης». Ο Kepler-78b βρίσκεται
υπερβολικά κοντά στο άστρο του – συγκεκριμένα η απόστασή του από αυτό είναι ίση
με το ένα εκατοστό της απόστασης της Γης από τον Ήλιο. Ως αποτέλεσμα η
θερμοκρασία του υπολογίζεται ότι κυμαίνεται στους 2.000-2.800 βαθμούς Κελσίου
ενώ το έτος του διαρκεί μόλις 8,5 ώρες!
Οι
επιστήμονες που τον μελέτησαν θεωρούν ότι λόγω των παλιρροϊκών δυνάμεων
«βλέπει» το άστρο του μόνο από τη μια πλευρά – η μια πλευρά του δηλαδή έχει
μονίμως μέρα και η άλλη μονίμως νύχτα. Όπως εικάζουν, η πλευρά της «ημέρας»
είναι καλυμμένη από λάβα. «Νομίζω ότι είναι ασφαλές να πούμε ότι η πλευρά της
“ημέρας” είναι λιωμένη» δήλωσε στο BBC ένας εκ των μελετητών, ο Τζόσουα Γουίν
του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (MIT), «Κανείς δεν έχει υπολογίσει
πραγματικά αν η πλευρά της “νύχτας” θα είναι και αυτή λιωμένη (δεν γνωρίζουμε
τη θερμοκρασία σε αυτή την πλευρά) ούτε πόσο βαθιά φθάνει το λιωμένο στρώμα στο
εσωτερικό του πλανήτη».
Το
φως που τρεμοπαίζει
This artist's
impression of Kepler-78b shows the view from the planet's surface, with the disk
of its host star filling much of the sky. JASIEK KRZYSZTOFIAK/NATURE
Ο
υπολογισμός της μάζας και της πυκνότητας του Kepler-78b έγινε ανεξάρτητα από
δυο διαφορετικές ερευνητικές ομάδες, οι οποίες δημοσίευσαν τις σχετικές μελέτες
στην επιθεώρηση «Nature». Τα αποτελέσματά τους σχεδόν συμπίπτουν, γεγονός το
οποίο τα καθιστά ιδιαίτερα αξιόπιστα.
An artist's
impression of Earth, left, and Kepler-78b. Photo: David A.
Aguilar/Harvard-Smithsonian Centre for Astrophysics
Η
πρώτη ομάδα, με επικεφαλής τον Άντριου Χάουαρντ του Πανεπιστημίου της Χαβάης
στη Χονολουλού, εκτιμά ότι ο εξωπλανήτης έχει ακτίνα ίση με το 1,2 της ακτίνας
της Γης και μάζα ίση με το 1,69 της μάζας της Γης. Η δεύτερη ομάδα, με
επικεφαλής τον Φραντσέσκο Πέπε του Πανεπιστημίου της Γενεύης στην Ελβετία,
εκτιμά ότι η ακτίνα του είναι ίση με το 1,16 της Γης και η μάζα του ίση με το
1,86 της Γης. Και οι δυο ομάδες υπολογίζουν την πυκνότητά του γύρω στα 5,5
γραμμάρια ανά κυβικό εκατοστό – πυκνότητα παρόμοια με αυτή της Γης, η οποία
υποδηλώνει ότι θα πρέπει να αποτελείται από πετρώματα και σίδηρο.
Η
ακτίνα – και κατ’ επέκταση το μέγεθος ενός πλανήτη – υπολογίζεται στα δεδομένα
του τηλεσκοπίου Kepler της NASA (το οποίο και εντόπισε τον Kepler 78b, όπως
υποδηλώνει το όνομά του) από τις διαβάσεις που αυτός πραγματοποιεί μπροστά από
το άστρο του. Ο υπολογισμός της μάζας και της πυκνότητας είναι όμως μια πιο
πολύπλοκη διαδικασία. Και οι δυο ερευνητικές ομάδες τον έκαναν χρησιμοποιώντας
επίγεια τηλεσκόπια για να μετρήσουν μικροσκοπικές παραμορφώσεις που προκαλεί η
βαρύτητα του πλανήτη στο φως του άστρου του. Η μέτρηση αυτή δεν είναι εύκολη,
στην περίπτωση όμως του Kepler-78b κατέστη δυνατή επειδή ο πλανήτης είναι τόσο
μεγάλος και βρίσκεται τόσο κοντά στο άστρο του με αποτέλεσμα να προκαλεί
μεγαλύτερες παραμορφώσεις.
«Αστρονομικά»
μετρημένα χρόνια
Illustration of
Kepler 78b. NASA/JPL-Caltech
Η
εγγύτητα του Kepler-78b με το άστρο του βοήθησε μεν τους επιστήμονες να
υπολογίσουν τη σύστασή του, παράλληλα όμως αποτελεί και ένα μεγάλο «αίνιγμα»
για αυτούς. Αυτό γιατί, σύμφωνα με τις θεωρίες για τον σχηματισμό των πλανητών,
είναι αδύνατον να έχει σχηματιστεί σε αυτή την απόσταση όπως επίσης είναι
αδύνατον και να έχει μετακινηθεί σε εκείνο το σημείο έχοντας σχηματιστεί κάπου
μακρύτερα. Οι ερευνητές εικάζουν ότι ο Kepler-78b έλκεται από το άστρο του
οδεύοντας με μαθηματική ακρίβεια προς τον θάνατό του – τα χρόνια του είναι
μετρημένα λένε χαρακτηριστικά.
«Δεν
θα μπορούσε να έχει σχηματιστεί σε αυτή τη θέση γιατί ένας πλανήτης δεν
σχηματίζεται μέσα σε ένα άστρο. Δεν θα μπορούσε να έχει σχηματιστεί μακρύτερα
και να έχει μετακινηθεί προς τα μέσα γιατί θα είχε μετακινηθεί μέχρι τέλους, ως
το άστρο. Αυτός ο πλανήτης είναι ένα αίνγιμα» δήλωσε ο Ντίμιταρ Σασέλοφ του Κέντρου Αστροφυσικής Χάρβανρτ-Σμιθσόνιαν, ο οποίος μετείχε σε μια από τις μελέτες, προσθέτοντας: «Ο Kepler-78b θα
καταλήξει επάνω στο άστρο του πολύ σύντομα, μιλώντας με αστρονομικούς χρόνους».
Ο
«πολύ σύντομος» από αστρονομικής απόψεως χρόνος στον οποίο οι ερευνητές
τοποθετούν τον θάνατο του Kepler-78b είναι μέσα σε τρία δισεκατομμύρια χρόνια.
GuiseppeBottani, Η Αθηνά
αποκαλύπτει στον Οδυσσέα την Ιθάκη, Athena
revealing Ithaca to Ulysses, (1717-1784), oil on canvas, 47x72 cm.
«Διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾿Ὀδυσσεῦ,
ἴσχεο, παῦε
δὲ νεῖκος ὁμοιί̈ουπολέμοιο,
μή
πως τοι Κρονίδης κεχολώσεται εὐρύοπα Ζεύς»
ὣς φάτ᾿Ἀθηναίη, ὁ δ᾿ἐπείθετο, χαῖρε
δὲ θυμῷ.
ὅρκια δ᾿ αὖ κατόπισθε μετ᾿ἀμφοτέροισιν ἔθηκεν
Παλλὰς Ἀθηναίη, κούρη Διὸς αἰγιόχοιο,
Μέντορι
εἰδομένη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ αὐδήν.
Ομήρου
Οδύσσεια, ω
[...]
Αηδίες—ο
χρόνος έγινε για να κυλάει,
οι
έρωτες για να τελειώνουν,
η
ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι
εγώ για να διασχίζω το Άπειρο με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού
υπολογισμού,
μονάχα
όποιος τα διψάει όλα
……………………μπορεί
να με προφτάσει,
ό,τι
ζήσαμε
…………χάνεται,
γκρεμίζεται
μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και
μόνο καμμιά φορά,
……………………τις
νύχτες,
θλιβερό
γερασμένο μηρυκαστικό τ’ αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη,
…………όσα
δε ζήσαμε
……………………αυτά
μας ανήκουν…
[...]
Edvard Munch, The Flower of Pain, 1897.
(απoσπάσματα)
Lovis
Corinth (1858–1925), Ulysses Fighting the
Beggar (1903), oil on canvas, 83 × 108 cm, National Gallery in Prague, The
Czech Republic. Wikimedia Commons.
[...]
Ω, διαλεκτική, σαν τους παλιούς θαυματοποιούς,
που αλλάζαν ένα πλήθος φτωχών θεατών
σ' έναν λαό από γέλια παντοδύναμα,
αστρονομία, που σαν την τρυφερή μητέρα, ακουμπάς κάτω απ’ το Χάος
ένα ήρεμο παιδικό προσκέφαλο,
ηλεκτρονική φυσική, βασανιστική ερωμένη μου,
αυτοί οι πολύπλοκοι δοκιμαστικοί σωλήνες είναι πιο πολύτιμοι για τη ζωή
κι απ’ τα ίδια τ’ άντερά μας,
οι εξισώσεις
σα μεγάλες τριήρεις οδηγούν σε άσφαλτο δρόμο πια
τον κουρασμένο Οδυσσέα — πιο εκεί, ακόμα πιο εκεί,
πάντα πιο εκεί,
κι ω, εσύ, ερχόμενη Αγνότητα, πιο μεγάλη απ’ όλο το Σύμπαν.
Αιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Άπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιας γυναίκας — κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιο εκεί, πιο εκεί, πάντα πιο εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Άσκοπο,
σαν ένα αρμόνιο
πάνω στο ρύγχος ενός γουρουνιού. Αυτό το Άσκοπο εγώ το
πολέμησα
με την αδερφοσύνη
και τα ποιήματα. [...]
John
William Waterhouse (1849–1917), Circe
Offering the Cup to Odysseus (1891), oil on canvas, 149 x 92 cm, Gallery
Oldham, Manchester, England. Wikimedia Commons.
Τάσος
Λειβαδίτης. 1993. Η 25η ραψωδία της
Οδύσσειας. Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Τάσος Λειβαδίτης.
2015. Ποίηση 1 (1950–1966).
Αθήνα: Μετρονόμος [1η δημοσίευση: 1963, περ. Επιθεώρηση Τέχνης].
Ο
Τάσος Λειβαδίτης, γιος του Λύσανδρου Λειβαδίτη και της Βασιλικής Κοντοπούλου
γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Μεταξουργείο το 1921. Είχε
τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια, μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Ο πατέρας του ήταν
μεγαλέμπορος και τα παιδικά χρόνια του ποιητή ήταν ευτυχισμένα. Τέλειωσε το
γυμνάσιο στην Αθήνα και το 1940 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών. Τις σπουδές του διέκοψαν η γερμανική κατοχή και η συνακόλουθη ένταξή
του στην Αντίσταση και στράτευσή του στην ΕΠΟΝ. Κατά τη διάρκεια της κατοχής
πέθανε ο κατεστραμμένος οικονομικά πατέρας του και το 1951, ενώ ο ποιητής ήταν
εξορισμένος στη Μακρόνησο, η μητέρα του. Το 1946 παντρεύτηκε τη Μαρία Στούπα,
παιδική του φίλη και πολύτιμη σύντροφο σε ολόκληρη τη ζωή του, με την οποία
απέκτησαν μια κόρη τη Βάσω. Την ίδια χρονιά πραγματοποίησε και την πρώτη του
εμφάνιση στη λογοτεχνία με τη δημοσίευση του ποιήματός του "Το τραγούδι
του Χατζηδημήτρη" στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα. Το 1947 συνεργάστηκε
στην έκδοση του περιοδικού "Θεμέλιο". Την τετραετία 1948-1952
εξορίστηκε στον Μούδρο, τον Άη- Στράτη και τη Μακρόνησο μαζί με άλλους
αριστερούς καλλιτέχνες και διανοούμενος, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Άρης
Αλεξάνδρου, ο Μάνος Κατράκης και πολλοί άλλοι και συνέχισε να γράφει ποιήματα.
Το 1952 σημειώθηκαν οι εκδόσεις των έργων του "Μάχη στην άκρη της
νύχτας" και "Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας". Τρία χρόνια
αργότερα οδηγήθηκε σε δίκη στο Πενταμελές Εφετείο με αφορμή την ποιητική
συλλογή του "Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου" και αθωώθηκε
πανηγυρικά. Σταθμό στην ποιητική του διαδρομή και σχηματικό ορόσημο της πορείας
του προς τη δεύτερη, εσωτερικότερη και υπαρξιακής αγωνίας, φάση της δημιουργίας
του αποτέλεσε κατά τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας το βιβλίο του "Οι γυναίκες
με τ’ αλογίσια μάτια" (1958). Το 1961 πήρε μέρος σε συναυλίες του Μίκη
Θεοδωράκη ανά την ελληνική επαρχία, απαγγέλλοντας ποιήματά του και συνομιλώντας
με το κοινό. Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε στο σενάριο με τον Κώστα Κοτζιά και
έγραψε τους στίχους των τραγουδιών (η μουσική του Θεοδωράκη) για την ταινία του
Αλέκου Αλεξανδράκη "Συνοικία το όνειρο", που αποτέλεσε σταθμό στην
ιστορία του νεορεαλιστικού ελληνικού κινηματογράφου και απαγορεύτηκε από τη
λογοκρισία.).
Συνεργάστηκε
με την εφημερίδα "Αυγή" (1954-1980 με μια διακοπή κατά την επταετία
της δικτατορίας του Παπαδόπουλου), το περιοδικό "Επιθεώρηση Τέχνης"
(1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια. Κατά τη διάρκεια της
δικτατορίας του Παπαδόπουλου έμεινε άνεργος και ασχολήθηκε για βιοποριστικούς
λόγους με μεταφράσεις και διασκευές λογοτεχνικών έργων σε διάφορα λαϊκά
περιοδικά· παράλληλα στράφηκε με νοσταλγία προς το παρελθόν αδυνατώντας να
δεχθεί τη σκληρότητα της πραγματικότητας της εποχής, στάση που
αντικατοπτρίζεται στην ποίησή του αυτής της περιόδου με έμφαση στον
"Νυχτερινό επισκέπτη". Το 1986 εξέδωσε τη συλλογή του "Βιολέτες
για μια εποχή" που θεωρήθηκε ως το κύκνειο άσμα του. Ο Τάσος Λειβαδίτης
πέθανε στην Αθήνα το 1988, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα
κοιλιακής αορτής. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά
του με τον τίτλο "Χειρόγραφα του Φθινοπώρου". Τιμήθηκε με το πρώτο
βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953 για τη
συλλογή του "Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου"), το πρώτο βραβείο
ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957 για τη συλλογή του "Συμφωνία αρ.Ι"),
το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976 για τη συλλογή "Βιολί για
μονόχειρα"), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1979 για το "Εγχειρίδιο
ευθανασίας"). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Στίχοι του
μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Λοΐζο, τον Γιώργο Τσαγγάρη και
άλλους έλληνες συνθέτες.
Η
ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη κυριαρχείται από την σπαρακτική υπαρξιακή του
αγωνία, η οποία εκδηλώνεται αρχικά ως έκφραση τρυφερότητας και συμπόνιας στα
πλαίσια του αισιόδοξου σοσιαλιστικού ρεαλισμού και στη δεύτερη φάση του έργου
του ως εσωτερική αναδίπλωση και αναζήτηση του νοήματος της ζωής στο παρελθόν
μετά από τη διάψευση των προσδοκιών και την προδοσία του καλλιτέχνη ως αγωνιστή
για έναν καλύτερο κόσμο.