Arts Universe and Philology

Arts Universe and Philology
The blog "Art, Universe, and Philology" is an online platform dedicated to the promotion and exploration of art, science, and philology. Its owner, Konstantinos Vakouftsis, shares his thoughts, analyses, and passion for culture, the universe, and literature with his readers.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Τα Άλογα του Aχιλλέως. The Horses of Achilles

Henri Regnault, Ο Αυτομέδων και τα άλογα του Αχιλλέα, Automedon with the Horses of Achilles, 1868

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
        που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
        άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Aχιλλέως·
        η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
        για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
        την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο —
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο —
                ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή —
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
        αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
        είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
        καλλίτερα να μην σας δίναμε, άλογά μου
        δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
        Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
      πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
      σας έμπλεξαν οι άνθρωποι.»— Όμως τα δάκρυά των
                για του θανάτου την παντοτινή
      την συμφοράν εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

Κωνσταντίνος Καβάφης

The Horses of Achilles

Anthony van Dyck, The Horses of Achilles, 1635

When they saw Patroklos dead
—so brave and strong, so young—
the horses of Achilles began to weep;
their immortal nature was upset deeply
by this work of death they had to look at.
They reared their heads, tossed their long manes,
beat the ground with their hooves, and mourned
Patroklos, seeing him lifeless, destroyed,
now mere flesh only, his spirit gone,
defenseless, without breath,
turned back from life to the great Nothingness.

Zeus saw the tears of those immortal horses and felt sorry.
“At the wedding of Peleus,” he said,
“I should not have acted so thoughtlessly.
Better if we hadn’t given you as a gift,
my unhappy horses. What business did you have down there,
among pathetic human beings, the toys of fate.
You are free of death, you will not get old,
yet ephemeral disasters torment you.
Men have caught you up in their misery.”
But it was for the eternal disaster of death
that those two gallant horses shed their tears.

Translated by Edmund Keeley/Philip Sherrard

C.P. Cavafy

..πποι δ Αακίδαο μάχης πάνευθεν όντες
κλαον, πε δ πρτα πυθέσθην νιόχοιο
ν κονίσι πεσόντος φ κτορος νδροφόνοιο.

[Ραψ. Ρ,  426-428]

Το ρηξικέλευθο, ελεύθερο πνεύμα του Γουσταύου Κουρμπέ. The groundbreaking, free spirit of Gustave Courbet

Gustave Courbet (1819–1877), The Desperate Man (c 1843), oil on canvas, 45 x 54 cm, Private collection. Wikimedia Commons. Άλλοι πρώιμοι πίνακες είχαν λογοτεχνικό θέμα, αλλά ο Courbet εγκατέλειψε αυτούς υπέρ των αυτοπροσωπογραφιών, από τις οποίες αρκετές έχουν διασωθεί. Ο πιο ριζοσπαστικός και εντυπωσιακός από αυτούς είναι ο «Άντρας σε Απόγνωση» από περίπου το 1843, στον οποίο κάνει άγρια ​​γκριμάτσες στον καμβά του. Εμπλουτισμένος με την υπογραφή του σε έντονο κόκκινο, θα μπορούσε να ήταν το μανιφέστο του. Other early paintings were literary in theme, but Courbet abandoned those in favour of self-portraits, of which several have survived. The most radical and impressive of these is The Desperate Man from about 1843, in which he grimaces wildly at his own canvas. Augmented by his signature in bright red, it might have been his manifesto.

Ο Κουρμπέ, πνεύμα ελεύθερο, πήγε κόντρα στο ακαδημαϊκό κατεστημένο της εποχής του και ανήκε στη γενιά που έζησε και το επαναστατικό 1848, αλλά και την άνοδο του Ναπολέοντα Γ΄ και τη Β΄ Γαλλική Αυτοκρατορία, που συνετρίβη και κατέρρευσε στον ατυχή για τους Γάλλους Γαλλοπρωσικό Πόλεμο. Καλλιτεχνικά, ο Κουρμπέ υπηρέτησε τον ρεαλισμό και προετοίμασε ακουσίως την υποδοχή αργότερα του ιμπρεσιονισμού, έχοντας ραγίσει τα ακαδημαϊκά κριτήρια και τον ιστορικισμό που προστάτευαν τα ετήσια Salons ως αντανακλάσεις του αστικού κόσμου.

Gustave Courbet (1819–1877), The Man Made Mad with Fear (1843-45), oil on canvas on fibreboard, 60.5 x 50 cm, Nasjonalgalleriet, Oslo, Norway. Wikimedia Commons. Related to that self-portrait is The Man Made Mad with Fear, again from 1843-45, which he left incomplete. This shows him dressed in gaudy clothes, out in the landscape near Ornans, with its rolling hills and white cliffs. Σχετικό με αυτή την αυτοπροσωπογραφία είναι το έργο «Ο Άνθρωπος Τρελός από Φόβο», επίσης από το 1843-45, το οποίο άφησε ημιτελές. Αυτό τον δείχνει ντυμένο με φανταχτερά ρούχα, έξω στο τοπίο κοντά στο Ορνάν, με τους κυματιστούς λόφους και τους λευκούς βράχους.

Ο Κουρμπέ είναι ένας από τους πιο συναρπαστικούς και αινιγματικούς ζωγράφους του δέκατου ένατου αιώνα. Γεφυρώνοντας το σκοτεινό, ακαδημαϊκό παλιό και το φωτεινό, ζωγραφικά νέο, ζωγράφισε τα πάντα, από υπερβατικά τοπία και θαλάσσιες εικόνες μέχρι ερωτικές φαντασιώσεις για ηλικιωμένους με πάρα πολλά χρήματα. Ο πιο δημοφιλής πίνακάς του, η Προέλευση του Κόσμου, προσελκύει μεγάλα πλήθη στο Μουσείο Ορσέ στο Παρίσι, ενώ προ των πυλών βρίσκεται το πραγματικό του αριστούργημα «Μια Ταφή στο Ορνάν» που παραβλέπεται από πάρα πολλούς. Μπορεί να είναι σήμερα πολύ γνωστός, αλλά για όλους τους λάθος λόγους.

Gustave Courbet (1819–1877), The Stone Breakers (1849), oil on canvas, 165 x 257 cm, Galerie Neue Meister, Dresden, Germany, destroyed by fire 1945. Wikimedia Commons. Αν και καταστράφηκε τραγικά κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της γερμανικής πόλης της Δρέσδης από τους Συμμάχους κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το έργο του Courbet «Οι Λιθοθραύστες» του 1849 σηματοδοτεί την αυγή του κοινωνικού ρεαλισμού και του Νατουραλισμού. Ο Courbet αργότερα εξήγησε ότι συνάντησε αυτή την ομάδα ανδρών στην άκρη του δρόμου μια μέρα, προφανώς όταν βρισκόταν στο σπίτι του στο Ορνάν. Ένιωσε ότι ήταν μια τόσο ολοκληρωμένη έκφραση φτώχειας που εμπνεύστηκε αμέσως να τους ζωγραφίσει και τους κάλεσε να παρευρεθούν στο στούντιό του το επόμενο πρωί. Although tragically destroyed during the Allied bombing of the German city of Dresden during the Second World War, Courbet’s The Stone Breakers from 1849 marks the dawn of social realism and Naturalism. Courbet later explained that he encountered this group of men on the roadside one day, apparently when he was at home in Ornans. He felt they were so complete an expression of poverty that he was immediately inspired to paint them, and invited them to attend his studio the following morning.

Ανεξάρτητο πνεύμα, από τα πρώτα του αριστουργήματα θεωρούνται οι “Εργάτες που σπάζουν πέτρες”, για το οποίο και εκθειάστηκε ο τρόπος που προσέγγισε αυθεντικά και ανυπόκριτα τη φτώχεια.

Gustave Courbet (1819–1877), A Burial at Ornans (1849-50), oil on canvas, 315 x 668 cm, Musée d’Orsay, Paris. Wikimedia Commons. Πριν καν το ολοκληρώσει, ο Courbet δούλευε πάνω στο μνημειώδες έργο του «Η Ταφή στο Ορνάν » (1849-50), το οποίο παρουσιάστηκε στο Σαλόνι του 1850 (όπως και οι «Οι Λιθοθραύστες», καθιέρωσε τη φήμη του και έγινε ένα από τα κανονικά έργα της ευρωπαϊκής τέχνης. Αυτός ο τεράστιος πίνακας απεικονίζει με αξιοσημείωτα μη συναισθηματικά και αντικειμενικά κριτήρια την κηδεία του θείου του καλλιτέχνη στη μικρή επαρχιακή πόλη Ορνάν. Ένας τόσο μεγάλος καμβάς που απεικόνιζε αυτό που προηγουμένως θα θεωρούνταν δευτερεύον θέμα του είδους απαιτούσε αναθεώρηση αυτού που ήταν αποδεκτό ως ιστορική ζωγραφική. Before he had even completed that, Courbet was at work on his monumental A Burial at Ornans (1849-50), which was shown at the Salon of 1850 (as was The Stone Breakers), established his reputation, and became one of the canonical works of European art. This huge painting depicts in remarkably unemotional and objective terms the funeral of the artist’s great uncle in the small provincial town of Ornans. Such a large canvas showing what would previously have been considered a minor genre motif demanded revision of what was accepted as history painting.

Ζωγραφίζοντας την ταφή ενός απλού ανθρώπου χαρακτηρίστηκε ως Φριχτός Σοσιαλιστής, και ως Άγριος, αλλά αυτό δεν μείωσε σε τίποτε την δημοσιότητα που απέκτησε παρότι δεν την επεδίωκε.

Gustave Courbet (1819–1877), The Painter’s Studio: a Real Allegory of a Seven Year Phase in my Artistic (and Moral) Life (1855), oil on canvas, 361 x 598 cm, Musée d’Orsay, Paris. Wikimedia Commons. Then followed another huge and enigmatic canvas which remains the subject of speculation: his Painter’s Studio from 1855. The figures in this allegory show individuals who had influence over Courbet’s life and artistic career. At the right are the artist’s friends and admirers, including his first patron Alfred Bruyas, critics Champfleury and Baudelaire who had been so positive in their reactions to his work, and others. At the left a man with dogs has been interpreted as an allegory of the Emperor Napoleon III. Behind him are figures who were long assumed to be allegorical, but have been identified as contemporary people, most of whom had been supporters of the Emperor’s regime.

Ακολούθησε ένας άλλος τεράστιος και αινιγματικός καμβάς που παραμένει αντικείμενο εικασιών: το Εργαστήριο του Ζωγράφου του 1855. Οι μορφές σε αυτήν την αλληγορία απεικονίζουν άτομα που επηρέασαν τη ζωή και την καλλιτεχνική καριέρα του Courbet. Στα δεξιά βρίσκονται οι φίλοι και οι θαυμαστές του καλλιτέχνη, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου του χορηγού Alfred Bruyas, των κριτικών Champfleury και Baudelaire, οι οποίοι ήταν τόσο θετικοί στις αντιδράσεις τους στο έργο του, και άλλων. Στα αριστερά, ένας άντρας με σκυλιά έχει ερμηνευτεί ως αλληγορία του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄. Πίσω του βρίσκονται μορφές που για πολύ καιρό θεωρούνταν αλληγορικές, αλλά έχουν ταυτοποιηθεί ως σύγχρονοι άνθρωποι, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν υποστηρικτές του καθεστώτος του αυτοκράτορα.

Ο Γουσταύος Κουρμπέ (1819-1877) σε φωτογραφία εποχής. Ως καλλιτέχνης υπηρέτησε τον ρεαλισμό και προετοίμασε την υποδοχή του ιμπρεσιονισμού, έχοντας ραγίσει τα ακαδημαϊκά κριτήρια. Courbet, a free spirit, went against the academic establishment of his time and belonged to the generation that lived through the revolutionary 1848, as well as the rise of Napoleon III and the Second French Empire, which crashed and collapsed in the unfortunate Franco-Prussian War for the French. Artistically, Courbet served realism and unwittingly prepared the later reception of impressionism, having broken with the academic criteria and historicism that protected the annual Salons as reflections of the bourgeois world.

Ο Κουρμπέ, που αν και μετείχε της Κομμούνας το 1871, κράτησε τις αποστάσεις του εντέλει από τον ακραίο ριζοσπαστισμό και αποσχίστηκε όντας ήδη σε ώριμη ηλικία χωρίς να έχει πλέον την ανάγκη διαπιστευτηρίων. Το ελεύθερο, ρηξικέλευθο και εν πολλοίς προκλητικό για την καθεστηκυία τάξη πνεύμα του χάρισε σε αυτόν εσαεί τον τίτλο μιας καλλιτεχνικής ανεξαρτησίας.

Gustave Courbet, La Femme au Perroquet, The Woman with the Parrot, 1866, Huile sur toile, 129 x 195 cm, New York, The Metropolitan Museum of Art.

Ο Γουστάβος Κουρμπέ (Gustave Courbet 1819 – 1877) ηγήθηκε ως Γάλλος ζωγράφος του κινήματος του Ρεαλισμού κατά τον 19ο αιώνα. Οι Ρεαλιστές γεφύρωσαν το χάσμα ανάμεσα στους Ρομαντικούς (Ζερικώ, Ντελακρουά κ.α.) με την ευαίσθητη Σχολή της Μπαρμπιζόν και τους Ιμπρεσιονιστές. Γεννήθηκε στο μικρό αγροτικό χωριό Ορνάν από ικανούς κτηματίες ενώ το 1837 ξεκινά νομικές σπουδές που σε δύο χρόνια εγκαταλείπει πηγαίνοντας στο Παρίσι για σπουδές ζωγραφικής. Εκεί αντιγράφει πίνακες μεγάλων καλλιτεχνών, γίνεται φίλος με τον Μιλέ, αλλά σύντομα βρίσκει το δικό του εκφραστικό δρόμο των ασυμβίβαστων. Κατέχει σημαντική θέση πρωτοπορίας, ενώ είναι εντυπωσιακό πόσο μεγάλες και διαρκείς αντιμαχόμενες συζητήσεις προκάλεσε με το έργο του.

Gustave Courbet (1819–1877), Sleeping Nude (1858), oil on canvas, 50 x 64 cm, National Museum of Western Art 国立西洋美術館 (Kokuritsu seiyō bijutsukan), Tokyo, Japan. Wikimedia Commons. Ο Κουρμπέ,άνοιξε ένα νέο και αμφιλεγόμενο κεφάλαιο στην καριέρα του, όταν ζωγράφισε αυτό το έργο « Κοιμώμενο Γυμνό» (1858). Αναίσχυντα ερωτικό και αποκαλυπτικό με σκανδαλώδεις πινελιές, δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί από την αλληγορία: πίσω από την εκτεθειμένη σάρκα και το μικρό κομμάτι ηβικής τρίχας βρίσκεται ένα από τα τοπία του καλλιτέχνη από το Ορνάν. Ήταν αυτό το μοντέλο που στεκόταν δίπλα στον Κουρμπέ στο Ατελιέ του Ζωγράφου, κοιμισμένος δίπλα στον πίνακα πάνω στον οποίο δούλευε τότε; Courbet opened a new and controversial chapter in his career, when he painted this Sleeping Nude (1858). Shamelessly erotic, and revealing scandalous brushstrokes, he still hadn’t freed himself from allegory: behind the exposed flesh and small patch of pubic hair is one of the artist’s landscapes of Ornans. Was this the model who was standing next to Courbet in The Painter’s Studio, asleep beside the painting he had been working on then?

«Είμαι πενήντα χρονών και έζησα πάντα λεύτερος. Αφήστε με λεύτερος να τελειώσω τη ζωή μου. Σαν πεθάνω, τότε θα ήθελα να ειπωθεί για μένα : Δεν ανήκε σε καμία Σχολή, σε καμία Εκκλησία, σε κανένα Ίδρυμα, σε καμία Ακαδημία. Τέλος, σε κανένα καθεστώς, εκτός από το καθεστώς της Ελευθερίας».

Gustave Courbet (1819–1877), The Wave (1869-70), oil on canvas, 144 × 112 cm, Alte Nationalgalerie, Berlin, Germany. Wikimedia Commons.

Gustave Courbet (1819–1877), The Cliff at Étretat after a Storm (1870), oil on canvas, 130 x 162 cm, Musée d’Orsay, Paris. Wikimedia Commons.

Gustave Courbet (1819–1877), The Trout (Summer 1872), oil on canvas, 53 x 87 cm, Kunsthaus Zürich, Zürich, Switzerland. Wikimedia Commons.

Gustave Courbet (1819–1877), The Wheat Sifters (1854), oil on canvas, 131 x 167 cm, Musée d’Arts de Nantes, Nantes, France. Wikimedia Commons.

Gustave Courbet (1819–1877), Peasants from Flagey Back from the Fair (1850), oil on canvas, 208.5 x 275.5 cm, Musée des beaux-arts et d’archéologie de Besançon, Besançon, France. Wikimedia Commons.

Gustave Courbet (1819–1877), The Sleeping Spinner (1853), oil on canvas, 90.5 x 117 cm, Musée Fabre, Montpellier, France. Wikimedia Commons.

Ασχολήθηκε με τοπία, θάλασσες, νεκρές φύσεις, εικόνες που θεωρούνταν τραχείς, αγρότες στη δουλειά, εργάτες. Κοντραρίστηκε με τις Ακαδημαϊκές συντηρητικές απόψεις, πρότεινε την ευθεία παρατήρηση στη φύση. 

Gustave Courbet (1819–1877), The Sleepers (1866), oil on canvas, 135 x 200 cm, Petit Palais, Paris. Wikimedia Commons. Αργότερα, στη δεκαετία του 1860, και κυρίως για να ικανοποιήσει παραγγελίες από πλούσιους συλλέκτες ερωτικών έργων, ο Courbet έσπασε τα ταμπού στους πίνακές του με γυμνά, όπως το The Sleepers του 1866, για το οποίο η Joanna Hiffernan έκανε το μοντέλο. Όταν εκτέθηκε από έναν έμπορο εικαστικών το 1872, το σαφές λεσβιακό μοτίβο του είχε ως αποτέλεσμα μια αστυνομική αναφορά και ο πίνακας να αφαιρεθεί από τη δημόσια θέα για περισσότερο από έναν αιώνα. Later in the 1860s, and largely to satisfy commissions from wealthy collectors of erotica, Courbet broke taboos in his paintings of nudes, such as The Sleepers from 1866, for which Joanna Hiffernan modelled. When exhibited by a picture dealer in 1872, its explicit lesbian motif resulted in a police report and the painting being removed from public view for more than a century.

Αμετανόητα προκλητικός αποφάσισε με μια σειρά αισθησιακών σκηνών να περάσει στην αντεπίθεση των καθωσπρέπει αστών της παρισινής μπουρζουαζίας. Οι τρεις σταθμοί αυτής της τάσης του ήταν όταν ζωγράφισε τον πίνακα The Sleepers, εννοώντας την ξεκούραση που μπορούν να απολαύσουν δύο γυναίκες ομοφυλόφιλες  θέμα που προκάλεσε εκρήξεις αντιδράσεων. 

Gustave Courbet (1819–1877), Young Ladies Beside the Seine (1856), oil on canvas, 174 x 206 cm, Petit Palais, Paris. Wikimedia Commons. Για το Σαλόνι του 1857, ο Κουρμπέ ετοίμασε έξι πίνακες, εκ των οποίων ο πιο διαβόητος είναι ο πίνακας του « Νέες Κυρίες Δίπλα στον Σηκουάνα» (1856), ο οποίος απεικονίζει ένα ζευγάρι πόρνες να χαλαρώνουν κάτω από ένα δέντρο, ένα θέμα που επανεξέτασε ο Εντουάρ Μανέ στο «Πρόγευμα στη χλόη» το 1863, και στη συνέχεια οι ιμπρεσιονιστές. Όπως και ο διάδοχος του Μανέ, ο πίνακας του Κουρμπέ απορρίφθηκε από την κριτική επιτροπή στο Σαλόνι. For the Salon of 1857, Courbet prepared six paintings, of which the most notorious is his Young Ladies Beside the Seine (1856), which shows a pair of prostitutes relaxing under a tree, a theme to be revisited by Édouard Manet in Le déjeuner sur l’herbe in 1863, and subsequently by the Impressionists. Like Manet’s successor, Courbet’s painting was rejected by the Salon jury.

Παρόμοιες συγκρούσεις προκάλεσε η αποτύπωση δύο γυναικών που με πολλά υπονοούμενα ξαπλώνουν στη χλόη, προφανώς ελαφρότατων ηθών, με ημισηκωμένα φουστάνια, ίσως σχετιζόμενες, κοιτώντας λάγνα, και με ένα ανδρικό καπέλο πρόδηλο στην παραπλέουσα βάρκα, έργο για το οποίο τον συνέλαβαν για πρώτη φορά. Κλείνει τη σειρά με την «Προέλευση του Κόσμου», με το οποίο πλέον γενικεύεται η αντίδραση,  αρκεί δε να σημειωθεί πως το έργο δεν είχε εκτεθεί δημόσια μέχρι το 1988!

Gustave Courbet (1819–1877), L'Origine du monde, The Origin of the world (1866), oil on canvas, 46 cm × 55 cm, Musée d’Orsay, Paris. Wikimedia Commons

Ο Gustave Courbet, δημιούργησε το έργο του L’Origine du monde, το 1866 και το θέμα του ήταν ιδιαίτερα προκλητικό για την εποχή του, πλησιάζοντας τα όρια της πορνογραφίας. Το έργο εστιάζει στον κορμό ενός γυναικείου σώματος, ξαπλωμένου σε μια ιδιαίτερα ερωτική πόζα. Την αιχμή του δόρατος αποτελεί το αιδοίο του μοντέλου που κυριαρχεί στο έργο, δίνοντας στο ζωγράφο τη δυνατότητα να σχολιάσει με δεξιοτεχνία, εκείνο το σημείο του γυναικείου σώματος που συνδέεται με τον υπέρτατο ερωτισμό.

Για τον τίτλο του έργου που αντιστοιχεί στον ελληνικό Η προέλευση του κόσμου, λέγεται πως αναφέρεται στη διπλή φύση του γυναικείου σώματος: από τη μία πλευρά, αποτελεί το αντικείμενο της σεξουαλικής επιθυμίας και το σημείο εισόδου για την ερωτική επαφή, ενώ από την άλλη πλευρά, στην έξοδο κατά τη γέννηση, αποτελεί το σημείο από το οποίο ένα παιδί βλέπει για πρώτη φορά την εικόνα του κόσμου.

Έργο του 1866, ο πίνακας είχε σοκάρει την αστική κοινωνία της εποχής. Η παραγγελία του πίνακα αποδίδεται σε Τούρκο διπλωμάτη εγκατεστημένο στο Παρίσι, ο οποίος, βουτηγμένος στα χρέη, αναγκάσθηκε να τον πουλήσει. Το έργο σπάνια εκτίθεται δημόσια εκείνη την εποχή, αλλάζει πολλά χέρια και ο τελευταίος του ιδιοκτήτης ήταν ο ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν.

«Ο Κουρμπέ ασχολήθηκε πολύ με το γυναικείο γυμνό, ορισμένες φορές κατά ελευθεριακό τρόπο. Αλλά με το «Η προέλευση του κόσμου» επιτρέπει στον εαυτό του μία τολμηρότητα και ειλικρίνεια που δίνουν στον πίνακα τη δύναμη της γοητείας του», είναι το σημείωμα που συνοδεύει τον πίνακα που εκτίθεται στο Musee d’Orsay.

Gustave Courbet (1819–1877), Jo, the Beautiful Irish Girl (1866), oil on canvas, 54 x 65 cm, Nationalmuseum, Stockholm, Sweden. Wikimedia Commons.

Μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2018, το γυναικείο μοντέλο που πιστευόταν πως απεικόνιζε το έργο, ήταν η Ιρλανδή ερωμένη του Courbet, Joanna Hiffernan. Αν και η Hiffernan ήταν κοκκινομάλλα, σε αντίθεση με το μοντέλο του πίνακα, όπου είναι εμφανές πως η γυναίκα ήταν μελαχρινή, λόγω του ότι δεν υπήρχε άλλη σοβαρή “υποψηφιότητα”, παρέμεινε η επικρατέστερη.

Constance Quéniaux, le modèle de L’Origine du monde photographiée par Disdéri.

Η ανατροπή ήρθε, όταν ο Claude Schopp, Γάλλος μελετητής, ειδικευμένος στο έργο του Alexandre Dumas, ανακάλυψε τυχαία την ταυτότητα του μοντέλου του Courbet, σε ένα γράμμα που ανήκε στην αλληλογραφία μεταξύ του γιού Dumas και της George Sand, όπου αναφερόταν το όνομα της χορεύτριας Constance Quéniaux και μάλιστα λάθος γραμμένο: “On ne peint pas l’interview la plus délicate et la plus sonore de Miss Queniault de l’Opéra”. Η λέξη l’interview, ήταν αυτή που δεν ταίριαζε με το υπόλοιπο κείμενο και ο Schopp ανέτρεξε στο αρχικό χειρόγραφο που φυλασσόταν στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας και εκεί ανακάλυψε το λάθος. Η σωστή λέξη ήταν l’ intérieur αντί l’ interview και το μυστηριώδες μοντέλο αποκαλύφθηκε.

Η Quéniaux, υπήρξε χορεύτρια στην Όπερα του Παρισιού, από όπου και αποσύρθηκε το 1859. Όταν δημιουργήθηκε το πορτραίτο, παραγγελία του Halil Sherif Pasha ή Halil Bey, για να το προσθέσει στη συλλογή του με ερωτικά έργα, εκείνη ήταν ήδη 34 ετών και ερωμένη του. Το έργο, ο Halil Bey το κρατούσε καλά φυλαγμένο σε ένα δωμάτιο πίσω από μια πράσινη κουρτίνα και το έδειχνε επιλεκτικά στους καλεσμένους του.

Μανιώδης χαρτοπαίκτης, όμως, όπως ήταν, αναγκάστηκε πολύ σύντομα να πουλήσει το έργο, το οποίο στη συνέχεια, άλλαξε πολλά χέρια και πέρασε από αμέτρητες περιπέτειες, μέχρι να έρθει στην κατοχή του Musee d’Orsay, το 1995, όταν ο τελευταίος του ιδιοκτήτης ψυχαναλυτής Jacques Lacan αναγκάστηκε και εκείνος, να το πουλήσει για να ξεπληρώσει τα χρέη της οικογένειάς του.

Gustave Courbet (1819–1877), After Dinner in Ornans (1849), oil on canvas, 195 x 275 cm, Palais des Beaux-Arts de Lille, Lille, France. Wikimedia Commons.

Ο Κουρμπέ συνέβαλε καταλυτικά στην εξάπλωση του Ιμπρεσιονισμού, καθώς υποστήριξε αδάμαστα την αδιαπραγμάτευτη ελευθερία του καλλιτέχνη, τάχθηκε υπέρ της πλήρους αυτονομίας του ακόμη και μπρος στις κυβερνήσεις, ενώ προώθησε στις ιδιωτικές εκθέσεις όλα τα αμφιλεγόμενα στις κριτικές έργα του. Στους πίνακές του φιλοτέχνησε μια σειρά από εντυπωσιακά έργα, με εικόνες και από την καθημερινή ζωή του μόχθου, γεγονός που τον χαρακτήρισε κι ως επαναστατική μορφή, ειδικά όταν πήρε μέρος στη Γαλλική Κομμούνα του 1871. Με το τέλος της Κομμούνας συνελήφθη ξανά, του επιβλήθηκε φυλάκιση και πρόστιμο για την πτώση της Στήλης του Άουστερλιτς στην Πλας Βαντόμ, δημεύτηκαν οι πίνακές του, κι ακολούθησε ο πικρός θάνατος του εξόριστου στην Ελβετία.

Πηγές: https://www.kathimerini.gr/culture/books/563715055/to-rixikeleytho-eleythero-pneyma-toy-koyrmpe/ - https://artviews.gr/gustave-courbet-et-l-origine-du-monde/

 


Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Η επιφάνεια του μακρινού Τιτάνα «έχει την υφή υγρής άμμου», Titan’s Surface the “Consistency of Soft, Damp Sand”

Καλλιτεχνική άποψη της προσγείωσης του Huygens στην επιφάνεια του Τιτάνα. Artist concept of the Huygens probe landing on the surface of Titan. Credit: ESA

The touchdown of ESA's Huygens probe on Titan in January 2005 is relived in this animation. The sequence is shown in two speeds. The initial impact of the probe with the surface creates a small, 12 cm deep hole and throws up dust into the atmosphere. The probe then bounces out and slides 30-40cm before wobbling to a rest. Vibrations in the probe's instruments were recorded for nearly 10 seconds after impact. The motion was reconstructed by combining accelerometer data from the Huygens Atmospheric Structure Instrument and the Surface Science Package with photometry data from the Descent Imager/Spectral Radiometer. Credits: ESA--C. Carreau

Αν μπορούσε κανείς να περπατήσει στο κατεψυγμένο έδαφος του Τιτάνα, του μεγαλύτερου και πιο ενδιαφέροντα δορυφόρου του Κρόνου, θα είχε την αίσθηση ότι πατά σε «μαλακή, υγρή άμμο», εκτιμούν ερευνητές που επανεξέτασαν τα δεδομένα της αποστολής Huygens.

H ευρωπαϊκή εξερευνητική συσκευή Huygens (βαφτίστηκε προς τιμήν του Δανού αστρονόμου Κρίστιαν Χόιγκενς) απελευθερώθηκε το 2004 από το διαστημικό σκάφος Cassini της NASA, λίγο πριν από την άφιξη του Cassini στο σύστημα του Κρόνου.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 2005, έγινε το πρώτο ανθρώπινο αντικείμενο που ακουμπά την επιφάνεια του εξωτικού Τιτάνα, ο οποίος κρύβεται κάτω από μια πορτοκαλί, παχιά και αδιαφανή ατμόσφαιρα.

This image is an artist's impression of the descent and landing sequence followed by ESA's Huygens probe that landed on Titan. The Jan. 14, 2005 landing was the culmination of a 22-year process of planning, organizing and cooperation between ESA and NASA. Credit: NASA/JPL/ESA

Τα δεδομένα της αποστολής Cassini-Huygens αποκάλυψαν την ύπαρξη αχανών εκτάσεων με σχηματισμούς που θυμίζουν αμμόλοφους. Πιο εντυπωσιακή ήταν όμως η ανακάλυψη ότι στον Τιτάνα υπάρχουν σχετικά μεγάλες λίμνες, οι πρώτες που εντοπίζονται εκτός της Γης.

Αντί για νερό, όμως, οι εξωγήινες λίμνες αποτελούνται από υγρό μεθάνιο και άλλους υδρογονάνθρακες, οι οποίοι περιοδικά πέφτουν στην επιφάνεια ως βροχή.

Το Huygens, μια αποστολή της ευρωπαϊκής διαστημικής υπηρεσίας ESA, συνέλεξε πολύτιμα δεδομένα για την ατμόσφαιρα καθώς έπεφτε με αλεξίπτωτο. Όταν τελικά έφτασε στο έδαφος, κατάφερε να παραμείνει σε λειτουργία για αρκετό χρόνο ώστε να μεταδώσει μια μοναδική εικόνα του εξωγήινου τοπίου.

Επτά χρόνια μετά, τα δεδομένα που συνέλεξαν τα όργανα της συσκευής, και κυρίως οι μετρήσεις από τα επιταχυνσιόμετρα, επανεξετάστηκαν από ερευνητές του Ινστιτούτου Έρευνας Ηλιακού Συστήματος Max Planck στη Γερμανία.

Η ανάλυση, αναφέρει η ερευνητική ομάδα στην επιθεώρηση Planetary and Space Science, αποκαλύπτει ότι, με την πρώτη επαφή του στο έδαφος, το Huygens άνοιξε έναν λάκκο βάθους 12 εκατοστών. Στη συνέχεια αναπήδησε, προσγειώθηκε σε μια επίπεδη επιφάνεια και γλίστρησε για 30 με 40 εκατοστά. Στην τελική του θέση, ταλαντώθηκε πέρα-δώθε πέντε φορές και τελικά ακινητοποιήθηκε.

Οι μετρήσεις δείχνουν ότι «στην πρώτη ταλάντωση, η συσκευή μάλλον χτύπησε ένα βότσαλο που προεξείχε περίπου δύο εκατοστά από την επιφάνεια του Τιτάνα, και πιθανώς έσπρωξε το βότσαλο μέσα στο έδαφος» αναφέρει ο Δρ Στέφαν Σρέντερ, επικεφαλής της μελέτης. «Αυτό υποδεικνύει ότι η επιφάνεια είχε την πυκνότητα μαλακής υγρής άμμου» καταλήγει.

Τα αποτελέσματα διαψεύδουν προηγούμενες εκτιμήσεις άλλων επιστημόνων, οι οποίοι υποψιάζονταν ότι η επιφάνεια του φεγγαριού είναι μόνιμα υγρή και λασπώδης λόγω της βροχής υδρογονανθράκων.

Ο Δρ Σρέντερ σημειώνει ωστόσο ότι στα δεδομένα του Huygens υπάρχουν ενδείξεις για ένα «χνουδωτό» υλικό σαν άμμο, το οποίο εκτινάχθηκε από την επιφάνεια κατά την προσεδάφιση και παρέμεινε αιωρούμενο για περίπου τέσσερα δευτερόλεπτα. Το υλικό αυτό πρέπει να ήταν στερεό, παρατήρηση που υποδεικνύει ότι στην συγκεκριμένη περιοχή του Τιτάνα δεν είχε βρέξει για καιρό.


Περισσότερα στοιχεία για τον μυστηριώδη δορυφόρο θα μπορούσε να προσφέρει στο μέλλον το Cassini, το οποίο συνεχίζει να εξερευνά το σύστημα του Κρόνου από το 2004.

Πέτρωμα-έκπληξη από το Curiosity. Mars Rock Touched by NASA Curiosity has Surprises

Ο ξεχωριστός Τζέικ Ματίεβιτς: οι κόκκινες κουκκίδες δείχνουν τα σημεία όπου στόχευσε το λέιζερ της Κάμερας Χημείας, οι μωβ αντιστοιχούν με τα σημεία «στόχευσης» του φασματογράφου APXS. This image shows where NASA's Curiosity rover aimed two different instruments to study a rock known as "Jake Matijevic."Image credit: NASA/JPL-Caltech/MSSS

Λέγεται Τζέικ Ματίεβιτς και αν και… Αρειανός, μοιάζει πολύ με ορισμένους «κατοίκους» της Γης. Το πρώτο πέτρωμα που συνέλεξε το «Curiosity» πριν από τρεις εβδομάδες έχει ονοματεπώνυμο και είναι διαφορετικό από αυτά που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στον Άρη. Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα των αναλύσεων που δόθηκαν μόλις στη δημοσιότητα, είναι στενός συγγενής κάποιων όχι ιδιαίτερα διαδεδομένων αλλά γνωστών πετρωμάτων που συναντάμε σε ηφαιστειογενείς περιοχές του πλανήτη μας.

Ασυνήθιστο από όλες τις απόψεις

Το πέτρωμα, το οποίο ονομάστηκε Τζέικ Ματίεβιτς εις μνήμην ενός μηχανικού της αποστολής που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, αποτέλεσε έκπληξη για τους ειδικούς. Σκουρόχρωμο, με σχήμα πυραμίδας και μέγεθος μπάλας ποδοσφαίρου, όταν συνελέγη από το Curiosity στις 21 Σεπτεμβρίου έμοιαζε να είναι άλλο ένα κομμάτι αρειανού βασάλτη. Τελικά όμως ο Τζέικ αποδείχθηκε ξεχωριστός.

«Ταιριάζει πολύ ως προς τη χημική του σύσταση με ένα όχι ιδιαίτερα συνηθισμένο αλλά γνωστό είδος πυριγενούς πετρώματος που βρίσκουμε σε πολλές ηφαιστειογενείς περιοχές της Γης» ανέφερε ο Εντουαρντ Στόλπερ του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας (Caltech), εκ των επιστημονικών υπευθύνων της αποστολής Curiosity.

«Ο Τζέικ είναι παράξενο αρειανό πέτρωμα» συμπλήρωσε από την πλευρά του ο Ραλφ Γκέλερτ του Πανεπιστημίου Γκελφ στο Οντάριο του Καναδά, επιστημονικός υπεύθυνος του φασματογράφου APXS που πραγματοποίησε μέρος των αναλύσεων. «Έχει υψηλή περιεκτικότητα σε στοιχεία που ταιριάζουν με το ορυκτό άστριος και χαμηλή σε μαγνήσιο και σίδηρο».

Υδάτινο παρελθόν;


Wide-angle perspective view of Curiosity's tracks and Jake Matijevic rock (right) on sol 43, anaglyph version. Credit NASA / JPL / Michael Howard

Τα γήινα πετρώματα που έχουν παρόμοια χημική σύσταση με αυτή του Τζέικ προέρχονται από τα έγκατα της Γης, και συγκεκριμένα από τον μανδύα, κάτω από τον φλοιό. Έχουν σχηματιστεί από την κρυσταλλοποίηση σχετικά πλούσιου σε νερό μάγματος σε υψηλές πιέσεις.

Όπως εξήγησε ο κ. Στόλπερ, δεν είναι πολύ συνηθισμένα σε όλο τον πλανήτη, είναι όμως διαδεδομένα σε ωκεάνια νησιά όπως η Χαβάη, η Αγία Ελένη ή οι Αζόρες καθώς και σε περιοχές τεκτονικών βυθισμάτων όπως ο ποταμός Ρίο Γκράντε.

Υποδηλώνει η παρουσία του Τζέικ την παρουσία νερού στο παρελθόν του Άρη καθώς και ότι στο εσωτερικό του συντελούνταν κάποτε διαδικασίες παρόμοιες με αυτές που συντελέστηκαν στη Γη; «Με μόνο μια αρειανή πέτρα αυτού του είδους είναι δύσκολο να γνωρίζουμε αν έχουν συντελεστεί οι ίδιες διαδικασίες. Είναι όμως λογικό να ξεκινήσουμε να εξετάζουμε την προέλευσή του από αυτή τη βάση» απάντησε ο ερευνητής.

today's art: Georges Seurat, Poseuse vue de dos, Étude pour les Poseuses, Poseuse seen of back, Study for Poseuses, 1887

Ο Georges Seurat (1859 – 1891) συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους (μετα)-Ιμπρεσιονιστές ζωγράφους όλων των εποχών. Μέσα σε μόλις 10 χρόνια καριέρας έδωσε μεγάλα δείγματα της τέχνης του, μέσα από έναν ανηλεή κόπο, αφοσίωση, επιστημοσύνη και ανεξάντλητους πειραματισμούς. Πολυπρόσωπες σκηνές, παραθαλάσσια τοπία, ρομαντισμός και πορτρέτα, τσίρκο και ειδύλλια απαρτίζουν το μοναδικής έκφρασης χρωστήρα. Αναγνωρίσιμο το στυλ του το δίχως άλλο με την πρώτη κιόλας ματιά.

Georges Seurat, Coin d'un Bassin à Honfleur, 1886

Μεγάλωσε σε οικογένεια εύπορη, με πατέρα υψηλόβαθμο νομικό αυστηρών αρχών. Ήδη από τα σχολικά χρόνια ο οικογενειακός περίγυρος τον έφερε κοντά στην τέχνη, γνωρίστηκε με γλύπτες και ζωγράφους, και το 1878 εισάγεται στη Σχολή Καλών Τεχνών. Αφού εγκαταλείπει σ’ έναν χρόνο τη σχολή, το 1884 παραδίδει το πρώτο σημαντικό έργο του Λουόμενοι στον Ασνιέρ, το οποίο απορρίφθηκε από την επίσημη Έκθεση (Salon). Η φιλία του όμως με τον Segnac, έναν ακόμη μετρ της νέας τέχνης, του δίνει θάρρος να συνεχίζει και να παραμένει αδιαπραγμάτευτα στην ζωγραφική ερμηνεία της επιστημονικής ανάλυσης του φωτός.

Promenade avec singe, étude pour la Grande Jatte, Walk with monkey, study for the Large Bowl, 1884-1885

Το επόμενο (τεράστιο) βήμα του ήταν ο μεγάλος πίνακας "Μια Κυριακή στο νησί Grande Jatte". Εκεί (δυο χρόνια του πήρε ο πίνακας….!) τελειοποιεί κατά το δυνατόν τις τεχνικές του πάνω σε μια νέα εκφραστική δυνατότητα ολόδικής του έμπνευσης  τον Πουαντιγισμό, ή Νεοϊμπρεσιονισμό, ή καλύτερα Ντιβιζιονισμό που ο ίδιος προτιμούσε. Πριν δώσει τον πίνακα προηγήθηκαν αμέτρητα σχέδια, και ασίγαστες προσπάθειες να καταλήξει στη σύνθεση που ονειρευόταν. Αντί να αναμιγνύει τα χρώματα στην παλέτα του, ακούραστα κεντούσε μικροσκοπικές τελείες μοναδικού χρώματος, ώστε τελικά μόνο του το μάτι του θεατή να προχωρήσει στην αυτόματη σύνθεση των χρωμάτων και να απολαύσει ένα ευγενικό αποτέλεσμα.

Πολλοί φυσικά απέρριψαν αμέσως την καλλιτεχνική του πρόταση, που με ιδιαίτερα αρνητικές κριτικές τον έθεσαν στο περιθώριο. Ο κριτικός τέχνης Felix Feneon είχε όμως την προφητική διαύγεια να προασπίσει το νέο “κύμα Seurat”: “Αν κοιτάξει κανείς οποιοδήποτε ομοιόμορφα σκιασμένη περιοχή στο Grande Jatte, μπορεί να βρει σε κάθε εκατοστό του ένα στροβιλιζόμενο σμήνος από μικρές τελείες το οποίο περιέχει όλα τα στοιχεία που αποτελούν το επιθυμητό χρώμα. Πάρτε για παράδειγμα ένα κομμάτι του χορτοτάπητα και της σκιάς του. Τα περισσότερα από τα σημεία αντανακλούν τον τοπικό χρωματισμό του χόρτου, μπλέκονται τα πορτοκαλί εκφράζοντας τη σχεδόν ανεπαίσθητη επίδραση του ήλιου. Περιστασιακές μωβ κηλίδες συμπληρώνουν το πράσινο ενώ ένα κυανό μπλε γίνεται η αφορμή να λειτουργήσει ο αμφιβληστροειδής μέσα στον πλούτο των φωτεινών ακτίνων.”

Μια Κυριακή στο νησί La Grande Jatte, Un dimanche après-midi à l'île de la Grande-Jatte, 1886

Ερωτεύτηκε μια αγροτοκοπέλλα τη Μαντλέν Νόμπλοχ κρατώντας μυστική τη σχέση του, απέκτησαν ένα γιο το 1891 αλλά δυστυχώς η μοίρα του παίζει άσχημο παιγνίδι, καθώς στα 42 του πεθαίνει ξαφνικά μάλλον από διφθερίτιδα ή μηνιγγίτιδα, αρρώστια από την οποία δυο βδομάδες μετά χάνεται κι ο γιος τους, ενώ σοκαρισμένη η χήρα εξαφανίστηκε από προσώπου γης.

Georges Seurat, Les Poseuses, Petite version, Poseuses, Small version, 1888.

Από κάθε άποψη ήταν ένας πρωτοπόρος, φέρνοντας έναν ολόφρεσκο αέρα στη γερασμένη αντίληψη της ζωγραφικής. Βέβαια αν κάποιος πλησίαζε πολύ κοντά, σχεδόν βέβηλα στους πίνακές του, θα χανόταν στο έγχρωμο μηδέν, σε ένα ακατανόητο πουά. Έτσι άλλωστε τηρούσε και τη γενικότερη αρχή των Ιμπρεσιονιστών, να θεώνται τα έργα από μακρύτερα του συνηθισμένου μέχρι τότε. Μόχθησε πάνω στο χρώμα όσο λίγοι. Ο συνδυασμός των υλικών χρωμάτων από Κόκκινο + Κίτρινο + Μπλε μας δίνει το Μαύρο. Ο συνδυασμός του φωτός από Κόκκινο + Πράσινο + Μπλε μας δίνει το Άσπρο.

Τέτοιες επιστημονικές θεωρίες ο Σερά αποφάσισε να τις κάνει τέχνη και προσέγγιση στο συναίσθημα και την αρμονία. Όσο κι αν αντιδρούσαν ακόμη και αναγνωρισμένοι ζωγράφοι όπως ο Ρενουάρ κι ο Μονέ. Έδωσε τη ζωή του κι έμεινε στην αιωνιότητα του από αυτή του την επιμονή.